Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

Η ζωή και ο θάνατος του ξένου


27 του Ιούλη ημέρα Τρίτη, ήμουνα αυτό που λένε για λύπηση.
Σκύλος του δρόμου αδέσποτος
Τραβώ από γειτονιά σε γειτονιά μήπως βρω λίγο φαΐ δίπλα σε κάνα ντενεκέ
Κάνα κομμάτι ψωμί.

Μη τάχα λέει μήπως βρω κανένα φίλο, να μου χει κάνα χωρατό να γελάσω.
Να πιω μια στάλα νερό, και να ρίξω τη μούρη μου στο αριστερό μου επάνω το χέρι .
Και κατά λάθος λέει μη -μια γυναίκα- με χέρια γυμνά με χαδέψει.
Σε ύπνο βαθύ που 'χω κυλήσει.

Έκαιγε η άσφαλτο και το χώμα έβραζε δίπλα της
Ανοιχτός, πεντάνoιχτος ο ουρανός, κι ο ήλιος με έκαιγε.
Αμάξια μετά, από 'δω και από κει, και 'γω στη μέση.
Με ώμους κρεμαστούς να κοιτάζω.
Ένας κάπως μεγάλος στο κυνήγι με πείρε.

Τρόμαξα, έτρεξα λίγο. Αμάν αδερφέ όλοι εδώ μέσα δε ζούμε;
Ρώτησα και μ’ αγνόησε.
Λεωφόρος παραλιακή.
Δεξιά μου η πόλη αριστερά δε θυμάμαι.

Μια αγέλη πουλιά στον ορίζοντα να ωρύονται και από κάτω η θάλασσα.
Έκατσα στο πεζοδρόμιο, ξύστηκα.
Βρήκα μισό τσιγάρο και κάπνισα
Κοίταξα κάτι σκουπίδια χαρτιά και μπουκάλια πλαστικά.

Δεν είπα, δεν άκουσα μόνο μετά με τραβήξανε στην άλλη άκρη του δρόμου
Ξεψυχούσα.
Ένας μπρατσαράς πιερότος μ’ έφτυσε και βλαστήμησε, ο άλλος δε μίλησε .
Σώπασε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου