Παρασκευή, 5 Απριλίου 2013

Γράμμα απ τα ξένα 1

Χτες Δευτέρα ημέρα του μηνός δεκατέσσερες, πήρα το λεφορείο για τη δουλειά.
Δε γίνετε συχνά αλλά είν´ ωραία άμα τυχαίνει. Έξω έκανε κρύο,  βροχή δεν έριχνε, ήτανε ξάστερα είχε βαθμούς μηδέν.
Οι πόρτες ανοίξανε. Είπα οδό και αριθμό καί ´πειτα πλήρωσα με κάρτα.
Δεν είπα και πολλά με την οδηγό, μια ξερή καλημέρα. Νομίζω αυτή δεν απάντησε.
Έκατσα μπροστά δεξιά.Και μετά απορροφήθηκα.
Έξω νύχτα βαθμοί μηδέν.
Θυμήθηκα για το χωριό μου, κει που μεγάλωσα. Την κάσα της εξώπορτας πού ‘τανε σιδερένια και λεπτή μπλε. Στο πάνω μέρος της είχε ένα κακόγουστο σχέδιο και πίσω του σκαλιστό γυαλί.
 Στην αυλή είχε ένα πεύκο, μια λεμονιά, ένα μικρό μποστάνι και μιά κληματαριά που το καλοκαίρι φουντώνανε σταφύλια. Απο κει φώναζε η Ελένη να πά να μαζέψω λίγα να φάμε. Και πήγαινα.
Μετά ειχε και αμπάρι με στάρι, τυρί και κρασί. Ξύλα και ένα παλιό βενζινοπρίονο που όλο χάλαγε.
Θυμήθηκα τον πατέρα μου να το βλαστημάει και μετά να με κοιτάει ευτράπελος, και τον φίλο μου το Βαγγελη και τί μου χε πεί  -Ενα μαγικό πατίνι, έτσι να σχίζει τα ουράνια, να βλέπω λίγο το Ναύπλιο και να γυρίζω παλι πίσω, μου έλεγε, και γώ τονέ  κοιτούσα σα χάνος.
Τώρα είμαι στο δρόμο.Το λεφoρείο άναψε το αριστερό του το φλάς καί φυγε προς το κέντρο.
Η μέρα εχει αρχήσει να φαίνεται, ενα χρώμα πορτοκαλί έχει πάρει ο ορίζοντας και γώ ο μαύρος χαμογέλασα απο χαρά. Σήκωσα το κεφάλι   μου στον ουρανό κι είδα τα στέρια του γαλάκτου να σέρνουνε,  έπειτα κοίταξα κάτω το δρόμο κι είδα ενα πεταμένο τσιγάρο. Ήτανε στεγνό, τό ‘βαλα στο στόμα χωρίς να το φυσήξω, έτσι βρώμικο, και τ άναψα με κάτι σπίρτα που τα είχα αγοράσει τάχα  να υπάρχουν.
Δούλεψα μισή μέρα και γιαυτό γύρισα νωρίς σπίτι. Πήρα το γιό μου, το Σταύρο, και πήγαμε στις κούνιες. Εκείνος μου γελούσε στην τραμπάλα του και γώ έπλεα. Θυμήθηκα την κούνια μπέλα που μου τραγούδαγη μάνα μου όσο ήμουν παιδί. Την είπα οσο θυμόμουνα.
Αυτά.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου