Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικογενειακές ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικογενειακές ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2013

Το Πρότζεκτ(μέρος 2)



                                                                   

                                                           Το  γράμμα




Μπήκανε μέσα κατάκοποι και μουσκίδι μέχρι το κόκαλο. Ο τσοπάνης πέταξε το σακάκι του πάνω σε μία καρέκλα ατσούμπαλα, βγήκε έξω και κρέμασε την καρδάρα, με ότι γάλα είχε απομείνει μέσα, από ένα τσιγκέλι. Μπήκε μέσα ποδεμένος και έκατσε πλάι στη στόφα.
-Βραχήκατε ρε; τονε ρώτησε η Ελένη. Την ίδια στιγμή η Μαρία μπήκε στο μπάνιο να τρίψει τη βρώμα απ τα νύχια της. Και μετά από λίγο καληνύχτισε και πήγε να ξεκουραστεί σε αυτή τη μαύρη της κάμαρα. Ο γιος της, που ήτανε γύρο στα έξι, την ακολούθησε σχεδόν με ευλάβεια μέσα σαυτά τα αθλητικά του παπούτσια που αναβοσβήναν οι σόλες τους. Τσίτσιδος στο κορμί, με 'να κίτρινο σλιπάκι που είχε απάνω καρδούλες. Γέλασε ευχάριστα και βύζαξε το μεγάλο του δάχτυλο.


Ο τσοπάνης άναψε τσιγάρο και είπε στην Ελένη με σιγανό αλλά έντονο ύφος
-Φέρε κρασί. Εκείνη άκουσε το πρόσταγμα χωρίς καθόλου αντίδραση και καμία ντροπή. Έβγαλε από την μαύρη ποδιά της ένα φάκελο πράσινο, με δυο σφραγίδες που γράφαν στα ξένα, και τέσσερα πολύχρωμα γραμματόσημα. Το ακούμπισε σαν ευχή στο τραπέζι πλάι στο χέρι του που κάπνιζε σχεδόν πορτοκαλί, κι αυτός γύρισε σα να έγνεψε και κάρφωσε αυτά τα μάτια του πάνω σ' αυτό τον πράσινο φάκελο.

Το καντήλι έκαιγε και κάτι μύγες αργοπεθαίνανε πάνω στα τζάμια. Μπουμπούνιζε. Μια βουή κάλυβε τη νύχτα που έπεσε και ο δρόμος, με την άσχημη άσφαλτος έκρουε τις σταγόνες απάνω του. Καπνίζανε τα μπουριά και οι καμινάδες και όλος ο τόπος μύριζε αγριλιά και πεύκο και πέτρα.

Ο τσοπάνης άνοιξε το γράμμα με τα σκισμένα του χέρια, με τόση αγωνία στο μάτι του όση αυτή του αρνιού που συναντά το μαχαίρι Σαββάτο του Πάσχα. Κοίταξε, ένα πέλαγο έμοιαζε το γράμμα στα  μάτια του. Πήγε να συλλαβίσει να πει μα δε γνώριζε.
-Έλα Ελένη, κάτσε Ελένη. Κι έκατσε δίπλα η Ελένη του και ξεκινήσαν και οι δύο το διάβασμα στα κομπιαστά με της συλλαβές να κάνουν τη γλώσσα τους να πονά.



"Πατέρα. Στη ζωή τα πάω καλά. Πάω σκολείο, διαβάζω και έκδωσα μια κάρτα μηνιαίο εισιτήριο. Κορόνες πεντακόσεςεικοσιτέσσερις. Το παιδί είναι καλά και ο καιρός κρύωσε. Το ίδιο και η γυναίκα μου τα φιλιά της σου στέλνει.

Περπάτησα εχθές λίγο έτσι μέχρι το σταθμό. Τρία χρόνια τώρα τον ίδιο δρόμο, χωρίς σημασία. Πρώτα πλάι από κάτι σπίτια πανέμορφα, από πυρότουβλο και κεραμίδι. Με γκαράζ για ταμάξι, γραμματοκιβώτιο και μια αυλή να κάνει για τέσσερις. Καλοχτενισμένοι σκύλοι κοιτάζουνε πίσω απο τις φυλλωσιές και φέρνουν τούμπες στα γρασίδια σκεδόν κάθε φορά που περνώ.

Μετά, πλάι από το νεκροταφείο που κυκλώνει μια εκκλησία παράξενη(δε ξέρω τι θεό έχουν εδώ, σε τι αγίους πιστεύουν). Είναι ένα μνήμα εκεί. Παράξενο πολύ και λόγο δίπλα στις γκρίζες πέτρες δεν έχει. Είναι από τσίγκο και βαμμένα έχει με άσπρη μπογιά τρία ονόματα, εμένα μαρέσει. Στέκομαι για λίγο, και τα τρία αυτά χρόνια, κάθε φορά που περνώ, και συλλαβίζω στα σιγανά αυτά τα τρία ονόματα. Μετά το πρώτο φοβάμαι.


Είναι πατέρα θαμμένοι εκεί κάτι Ισπανοί ή Αργεντίνοι ή πράμα πιο δύσκολο να το σκεφτώ, αθρώποι απ τα βουνά της ξακουστής Βολιβίας. Μια από τις μέρες αυτές θα μπουκάρω μέσα και θα δω. Θα ανάψω και να κερί για του λόγου τους. Να ναι λες τα παιδιά τους μακριά; να περνά κανείς απ αυτό το τσίγκινο τάφο; Μετά συνεχίζω το δρόμο και μέχρι να φτάσω το σταθμό, μόνο αυτά τα τρία ονόματα σκέφτομαι. Τα συλλαβίζω να δω τι σημαίνει. Και κάτι φορές, να στο λόγο μου σου μιλώ, με πιάνει μια δύναμη απ το λαιμό, μια σκύλα, να χορέψω δυνατά να πηδήσω μέχρις τον ουρανό και ακόμη πιο πάνω φέρνοντας βόλτες και να σκορπίζω το χώμα τριγύρο μου.

Μετά μπαίνω στο τρένο και η σκέψις μου χάνεται λαχανιασμένη. Περνάμε ανάμεσα τα χωράφια με τις φράουλες και τους αρακάδες και μετά αναλαμβάνουμε τους μαθητές και τους εργάτες που πάν στις δουλειές τους.
 Δείχνω αυτή την κάρτα μηνιαίο εισιτήριο στον εισπράκτορα και μετά τηνε βάζω στη τσέπη.
Κοιτώ πάντα δύο φορές μήπως και πέσει, τη χάσω, και μετά κοιμάμαι μέχρι να φτάσω. Όσο προλάβω.




ΥΓ. Τώρα είναι σα να σε βλέπω να φυσάς τη στόφα απ τη σκόνη και μένα τζάτ να καψαλίζεις ψωμί. Έτσι μουσκεμένος από τη βροχή και καπνίζοντας αυτά τα φτηνά τα τσιγάρα σου. Πώς και τα αντέχεις ακόμα;


Γελάσανε και οι δυο ξανά και ξανά Και συμφωνήσανε πως να φυλάξουν το γράμμα να το έχουν και γιαυριο. Το βάλανε λοιπόν πάνω στο σερβάν, κάτω από αυτό το άσπρο πλεκτό να μη φαίνεται, που δε φτάνει ο μικρός και που είναι μέρος επίσημο και δε το ζυγώνει κανένας.

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

Το Πρότζεκτ(μέρος πρώτο)

                                                                                    
                                                       


           



                                                        Το μαντρί




Χρυσίζουν η ελιές και τα πουρνάρια στο κάμπο, πηγενοφέρνει τις παπαρούνες ο αέρας και οι ραχούλες φυτρώνουν σα στήθια η σα μπράτσα απ τη γη. Κρα κρα ακούγεται μακριά ένα κοράκι. Κου κουου λίγο παραπέρα κελαδά μια κουρούνα, και πίσω, πίσω στις ραχούλες ακούγονται κάτι βελατά από πρόβατα σπαρτά. Από το δρόμο πέρνα ένα παλιό αγροτικό με σάπια καρότσα και δυο επιβάτες κατάκοπους και ιδρωμένους, να λαχταράνε λίγο φαγητό και ένα κρεβάτι να πέσουν Σηκώνουν χώμα τα αγόρια στο ποδόσφαιρο και τα κορίτσια δείχνουν τα φουστάνια τους και προσέχουν μη τσιμπηθούν στα αγκάθια που είναι σουγλερά.

Στο καταράχι, σε μια φωλιά από σφάλαχτρα κάθετε ο Φώτης, καπνίζει, φυσά τις μύτες του και ψεφτοκλαίει φαίνεται. Ξεφυσά και βήχει και αγναντεύει το κοπάδι που μοιάζει σα με βαμπάκια στη χλόη, ακούει λίγο τα τροκάνια και τον αέρα και κοιτά τον κάμπο βαθιά πέρα απ τη σκαλίτσα, πιο μακριά απ τη βόθουλα μέχρι που φτάνει το μάτι του στο ξακουστό όρος Ορθολίθι. Μπουμπουνίζει.

-Ενιακόσα μέτρα, μάλωνε εχτέ, η κορφή του από τη θάλασσα.
-Ο-χί, του έλεγε ο Μάκης ο τζίτζιλας με μανία, από χιλιόμετρο πάνω!
Και γαμωσταυρίζωνταν απανωτά.
-Να, να μη σώσω να βγω απ την πόρτα, φώναζε ο Φώτης και χτύπαγε στο μοσαικό του καφενείου το πόδι με αυτά τα άρβυλα που ταν μέσα στη λάσπη και το σκατό.
 -Εχει κριμένη και μια σπηλιά και είχε πάει παιδί ο Μπακάλης και είχε αφήσει μέσα ένα άλογο και ούτε ξάναρθε το Σταύρωμά του! Μου το λεγε: άκουγα το κύμα από κάτω Φώτη, την αρμύρα να έρχεται κι όλο φώναζα έλα έλα έλα, μα τίποτα το θεό του, μόνο χλιμίντραε κι έσερνε πέτρες το κατήφορο, Παύλο, Παυλάκι έλα έλα.
 Καταλαβαίνεις; Έφτανε η τρύπα στο νερό! Δε μποραε το ζώ να σταθεί στα πόδια.
-Ρε σάμπως όνειρα βλέπεις; ε; Χαϊβάνι είσαι καημένε;
-Πάμε, πάμε γαμώ τη Παναγία σου, πα να μετρήσουμε τώρα! ωρυόταν ο Φώτης.


Σηκώθηκε με κόπο, από αυτή τη φωλιά από σφαλαχτρο, τράβηξε μια τελευταία τζούρα από το τσιγάρο του και το στούμπιξε με τη μαγκούρα του στο χώμα, μια συνήθεια που την κουβαλάει μαζί του απ τα θερμά καλοκαίρια στον κάμπο, έτσι να μην αρπάξουν τα σπαρτά και τα πράματα. Ο αέρας του έριξε το σακάκι που είχε στις πλάτες του. Μαζώχτηκε και φώναξε δυνατά προς το κάμπο.
-Έπα, έπα, έπα!

Τροκάνια βαρούσαν πιο γρήγορα και πλημμυρίσαν σα χείμαρος τη ράχη. Τα βελατά πύκνωσαν και η μυρουδιά της κοπριάς σκέπασε το κρύο αέρα που πίσω του έσερνε τη βροχή. Πότισε η μυρωδιά τα λιθάρια και το κοκκινόχωμα. Σκέπασε το μονοπάτι που περνούσε μες τη νύχτα κιο το σκυλί το αδέσποτο, που του είχε ρίξει με αλάτι χοντρό στα πισινά ο  γιος του μπακάλη. Το ίδιο μονοπάτι που πάει η Μαριώ τις νύχτες πριν επιτεθεί στα κοτέτσια. Η Μαριώ με τη φουντωτή ουρά και τα σουγλερά δόντια, που όταν είναι χορτάτη ξαπλώνει τ' ανάσκελα και κοιτά τους σκορπιούς που πάνε και κρύβονται κάτω απ' τις πέτρες.

Ένα σμήνος πουλιά κράοντα περάσανε πάνω απ το λόφο και έπειτα πάνω απ το Φώτη. Τράβηξε τη συρματένια πόρτα να μπουν τα ζωντανά και φύσηξε τη μύτη του στον αέρα, η κακία του η συνήθεια αυτή ποτέ δε θα τον άφηνε. Άπνοια. Τα πρόβατα μπήκανε όλα, εξίντατέσσερα τον αριθμό, ένα πίσω απ τ' άλλο, μπουκλοτά, ξέξασπρα, βουκολικά, σα να πιάσανε το τελευταίο λιμάνι της ζωής τους. Τ´αρνιά βελάξανε για γάλα. Προυνια, προύνια, σιγοψιθύριζε ο Φώτης. Έλα έλα έλα μουρμούριζε η νύφη του. Μαυροντυμένη από τα εικοσιπέντε της, με ένα μωρό παραμάσχαλα, ορφανή και αυτή του λόγου της από πατέρα.

Σκούπισε λίγο τον υγρασία στο κούτελο με το τριχοτό χέρι της και ίσιωσε λίγο τα ψεφτομούστακα της αυθόρμητα. Κοκκινίσαν τα μάγουλα της σα ρόδια κι έσκυψε το κεφάλι.
-Αΐντε αΐντε Μαρία, βαντα από πάνω να ´ρμέξουμε νύχτωσε. Και τα βάραγε η Μαρία με μια βέργα, ανέκφραστη με ένα πρρρρ στα χείλια. Αμίλητη, άβουλη μόνο με να Τσαπρρρρ χαμηλότονο στο στόμα να της τυραννά την ανάσα.

Ο Φώτης κύλησε ένα λιθάρι τρεις φορές το κεφάλι του, φούσκωσε και ξεφούσκωσε για μια στηγμή μα ο χρόνος του δεν ήταν για χάσημο.Έκατσε στη μέση της πόρτας που χώριζε το μαντρί στα δυο και έβαλε εμπρός του την καρδάρα.
-Ελα Μαρία τι κανείς κοιμάσαι; Άντε μωρή μας πείρε η νύχτα! Και κουνήθηκε η Μαρία απότομα γλιστρώντας μες τη λάσπη και τη κοπριά. Φιλότιμο το όνομα της το μεσαίο. Έπεσε μέσα στη γλίστρα και τους βίκους.
Στηρίχτηκε στο υγρό χώμα και σηκώθηκε. Δεν έβγαλε άχνα, μόνο, έλεγε προύνια προύνια πρόγκαγε τα ζωντανά προς το στένεμα και πιπιλούσε λιγο αραποσίτι που είχε στις τσέπες της.
Οι προβατίνες μια μια περνάγανε από τα ατσούμπαλα χέρια του τσοπάνη, κι αυτός της άρμεγε τα μαστάρια τους και φανταζόταν στήθια γυναικεία, σφριγηλά, νεαρά. Κόρες που έβλεπε κάθε του αει Λια στο πανηγύρι στο Ορθολίθι. Καλοφτιαγμένες και χτενισμένες, πλυμένες με σαπούνι και κάτι φουστάνια κλαρωτά να φέρνουνε γύρους χορεύοντας. Δεν ήτανε κορίτσια αυτά, ήταν στοιχειά που τον τρέλαιναν.

Κάποιες απ της προβατίνες τρέχαν να φύγουνε, σα τη γυναίκα του όταν ήτανε νέα και την κυνηγούσε στα λαγκάδια να ερωτοτροπήσει.
Μμμρρρρ, μμμμμμ του έκανε και τον φασκέλωνε και με τα δυο της χέρια. Οχιά την είπε μια μέρα, γιατί χχχχχι του έκανε χχχχι σα το φίδι.

Καμιά δε πετύχαινε να γλιτώσει, ούτε τα ζώα ούτε η Ελένη. Τις τσάκωνε όλες από το πόδι το πίσω της τραβούσε άγρια και βλαστημώντας τις άρμεγε. Κάποιες άλλες πιο ζωηρές του βρομούσαν το γάλα. Μα αυτός ακλόνητος, άσπαστος!
-Το σταύρωμα σου ρουφιάνα, έλεε και γελούσε βαθιά μες το νεύρο του και με τη χούφτα του, σα κουτάλα που ήτανε, πετούσε έξω τη βρομιά και τη σπούρα.

Μια βροχή ξεκίνησε και κάθε σταγόνα ένιωθε στο κορμί σα Θάλασσα. Τόση είχε την κούραση πάνω του. Το άρμεγμα κρατούσε να πάρει τέλος. Και εκεί στα ξεβλάσταρα κάνει ένα τζάτ εκείνη η μπούτσκα και του χύνει μισή καρδάρα γάλα στο χώμα. Τις γράπωσε το πόδι αμέσως. Κοίταξε το γάλα να το ρουφά η λάσπη, να αλλάζει χρώμα να γίνετε αόριστο κι άχριστο. Δεν είπε τίποτα. Κοκκίνισε και ένιωσε το σατανά να ουρλιάζει ξόρκια μέσα του. Να άμα μου ζήταγε κανείς να πω τη ζώο θυμίζει αυτός ο τσοπάνης, που πριν από λίγο κάπνιζε και ψεφτόκλεγε καθισμένος πάνω στα σφάλαχτρα, αγναντεύοντας αυτόν τον κάμπο τον ατελείωτο, τον καιρό, και το μνήμα του γιου του στην απέναντι ράχη τότε θα απαντούσα ότι δε μοιάζει με κάποιο ζώο που ζει στην κοιλάδα η στο βουνό η κάποιο που ζει μακριά στις αφρικάνικες στέπες, μα με ένα θηρίο βγαλμένο απ την άβυσσο, ένα σμερδάκι που στοιχειώνει το βουνό πάνω απ το χωριό και βγαίνει σε άτακτο χρόνο να φα ότι βρεθεί έξω στο δρόμο του.

Ελέησον σατανά! Της λέει. Πόρνη! Πουτάνα! Βρυχάται από μέσα του της χτυπά μια στα τσιμεντολυθα να τηνε σκοτώσει. Τίποτα. Πόρνη! Ξανά βρυχάται και της δαγκώνει τη μύτη να τηνε φάει. Της σπρώχνει μια να φύγει, ητανε μάτταιο να προσπαθεί να τηνε φά με τα χέρια του γημνά. Εδώ θα μηλίσει μαχέρι.

                                                           














Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

Οικογενειακές Ιστορίες 1



Στο δρόμο από κάτω ακούγονταν τα τζιτζίκια που σκάζανε και κάτι λιγοστά αυτοκίνητα που περνούσαν σα τσούρμο κάθε δέκα λεπτά ένα τέταρτο. Ο δήμος επέλεξε να αρχίσει τα σκαψίματα για την ανανέωση των υδραγωγών ντάλα καλοκαίρι, ταλαιπωρώντας τους οδηγούς με μεγάλες ουρές, αφήνοντας πού και πού λίγα από τα τροχοφόρα να περνούν απ το φύλακα που ήταν διορισμένος να ελέγχει την κίνηση, με αυτό το κατασκισμένο κόκκινο σημαιάκι του, και τους υπόλοιπους πολίτες με συχνές διακοπές νερού σε ώρες που δεν χαροποιούσε -ιδιέτερα- τις νοικοκυρές και τους εστιάτορες της πόλης.

“Αμάν η κατάντια μας ρε πούστη μου” είπε ο Σταύρος, ένας μεσήλικας με μεγάλη κοιλιά και φαλάκρα, βγαίνοντας απ το μπάνιο με μια πετσέτα τυλιγμένη τριγύρω του.
“Tι δεν έκανες μπάνιο;” ρώτησε η γυναίκα του που έβγαζε μόλις το φαγητό απ το φούρνο

“Βλέπεις να έκανα μπάνιο Μαρίνα;”Είπε εξοργισμένος χτυπώντας την πόρτα της κρεβατοκάμαρας πίσω του.
“Αμάν η γκρίνια σου με έφαγες μ'έφαγες!”Είπε ξεφουσκώνοντας εκείνη και σταυροκοπήθηκε. Πήγε προς το μέρος της βρύσης και ανοιγόκλεισε τρις -τέσσερης φορές. Τίποτα. Μόνο κάτι ήχοι αέρα ακούστηκαν μα ούτε σταγόνα νερό. Η Μαρίνα, έμπειρη από διακοπές νερού, θεώρησε καλό σημάδι τους ήχους. Αυτό έδειχνε ότι το νερό σε λίγη ώρα θα έρθει.

Ο Σταύρος βγήκε από το δωμάτιο φορότας μια μπλε βερμούδα που είχε πάρει δώρο μαζί με μια εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας. Βγήκε στο μπαλκόνι και αμέσως μπήκε στην κουζίνα κρατώντας στα χέρια του πέντε τομάτες. Έβγαλε από το ψυγείο κάτι σαρδέλες παστές που είχε φτιάξει μόνος του από τα προχτές, έχυσε ένα ποτήρι ούζο και ξεκίνησε να κόβει τη σαλάτα.
“Tι έτσι άπλυτες θα τις φας;” Είπε αυτή σουφρώνοντας τα χείλια και τα φρύδια της.
“Πώς να τις φάω μωρή; βλέπεις να χουμε νερό;”
“Τι να σου πω ανθρωπέ μου” Είπε η Μαρίνα σιχτίρισε λίγο και φώναξε:
“Τρίφωνα, Τριφωνάκοοοο έλα έλα να φας φαί”
Τότε από το σαλόνι ξεπρόβαλε νωχελικά ένα γέρικο πεκινουά με τι γλώσσα να σέρνετε στο πλακάκι αφήνοντας πίσω του μια γραμμή σάλιου που στέγνωνε σχεδόν αυτόματα. Στάθηκε εκεί λίγο και κοίταξε, με τη γλώσσα να κρέμεται και τα μάτια να κοιτούν απ τη μία το Σταύρο και από την άλλη τη Μαρίνα.
Έριξε τη μούρη του μες το δοχείο του και έφαγε λαίμαργα κάτι αποφάγια τεσσάρων ημερών που του είχε βάλει η Μαρίνα χωρίς δίλημμα Ήπιε νερό μανιακά και δεν τινάχτηκε ούτε για αστείο.
Έπεσε κάτω από την πρώτη καρέκλα που συνάντησε και έμεινε ακίνητος για λίγο ώσπου σε μια στιγμή έσβησε.

Η Μαρίνα άνοιξε την τηλεόραση, κοιτάζοντας πρώτα να βρει το κόκκινο κουμπί στο τηλεχειριστήριο σχεδόν τρία λεπτά. Έπειτα πήγε από το σαλονάκι στην κουζίνα σταματώντας πρώτα να πάρει τον αναπτήρα και ένα μισοκαμένο στριφτό τσιγάρο πάνω από το τραπέζι που χωρίζει τα δύο δωμάτια. Μοιραία τρόμαξε το σκύλο που είχε πέσει προ ολίγου για ύπνο. Άναψε τσιγάρο και πήγε εκ νέου προς τη βρύση.
“Αμάν μωρή, αμάν, πάφα πούφα, πάφα πούφα. Το διάολό μου!” Μουρμούρισε ο Σταύρος και έβαλε τη σαλάτα που είχε φτιάξει στο τραπέζι.
“Άντε ρε από κει” Είπε εκείνη σχεδόν σιγανά και άνοιξε τη βρύση. Τότε ακουστικέ ένας ήχος σαν από εξάτμιση παλιού αυτοκινήτου και από τη βρύση ξεχύθηκε ένας χείμαρος νερού.
“Να ήρθε!”Είπε η Μαρίνα με απάθεια.

Ο Σταύρος κούνησε το κεφάλι πάνω κάτω, ρούφηξε μισό ποτήρι ούζο και έκατσε.
“Άντε βάλε τραπέζι!” Είπε βιαστικός.
“Σκάσε ρε σκάσε! Αεί στο καλό παλιόγερε” Είπε η Μαρίνα και ξεκίνησε να σερβίρει το φαγητό με αυτό το μισοκαμένο τσιγάρο στο στόμα.

Η τηλεόραση έπαιζε δυνατά Ειδήσεις μεσημεριανές. Μια ξερακιανή φόλα, που την έλεγε ο Σταύρος χαμογέλασε και αναφώνησε το γλοιώδες και προκλητικά ψεύτικο “καλό μεσημέρι κυρίες και κύριοι”.
Έπειτα η κίνηση η μεσημεριανή, που τη ρύθμιζε αυτός ο κουρελής δημόσιος τροχονόμος σταμάτησε. Ο ήλιος δεν έκαιγε Τα τζιτζίκα νέκρωσαν και οι μαθητές, που ιδρωμένοι μες τον ήλιο παίζαν ποδόσφαιρο, κρύφτηκαν πίσω από χαραμάδες και κάτω από το τσιμεντένιο υπόστεγο.
Οι μαργαρίτες και οι πασχαλίτσες και το ξερό κορμί του φιδιού, τα πήρε ο λίβας. Μακριά.
Και μετά:
Γέμισαν οι δρόμοι τρομερούς ευπατρίδης κλόουν που κερνάγανε κρέατα ωμά μονό τη φάρα τους. Λορδομένοι λοιδορούσαν τα σκυλιά, περπατούσαν όλοι μαζί σαν αγέλη από θηρία, στρατόκαβλα, μόνο γι' αυτούς, για τη φάρα τους. Φωνασκούσαν με της παλάμες υψωμένες προς τον ουρανό μόνο γι' αυτούς, και πίσω τρέχανε αίματα χάρη στη φάρα τους κέρασμα στη πουτάνα τη φάρα τους. Τα πουλιά στα δέντρα γυρίσαν το βλέμμα τους και ουρλιάξανε το κύκνειο άσμα του όχι! και αμέσως η φάρα η ζουρλή αυτή, αυτό το φτύμα το απότροπο διέταξε το στραγγαλισμό τους τα πάραυτα. Οπλίσατε αρμ! Κυματίζαν σημαίες με κοντάρι κοφτερό λεπίδι και όλοι γελούσαν με ειρωνεία περίσσια εμπρός απ τη γυναίκα, εμπρός από τον Άλκη που κρυφοκοιτάει ταγάρια. Τους κρέμασαν κι αυτούς ρίχνοντας τα σκοινιά πάνω σε αρχαίες κολόνες και γύρο από τα καμένα κουφάρια τους -χορέψε η φάρα ετούτη η ληπηρη-ενα χορό ανόητο, άμουσο και δε σταματούσαν να θερίζουν να σπέρνουν όπου βρουν τον όλεθρο και το μίσος τους. Η φάρα τους, η κακομούτσουνη άχρηστη φάρα τους, που καρπαζώνει τον αδύναμο, κριμένη πια πίσω από ένα κουστούμι καλοραμμένο στα μέτρα της, με ένα όπλο στη ζωστήρα, με τη σφαίρα στη θαλάμη έτοιμη από καιρό να φουντώσει φωτιές που εδώ δε χωρούνε, με το γέλιο γέλιο φιδιού, με το παράστημα του δολοφόνου στρατιώτη και με όλη την αμάθεια και τη διχόνοια που είναι μπηγμένη στο μέσα τους σκοτώσαν το Μωχάμετ, άκουγε σε άλλο Αλλάχ λέει, να φύγει. Κάποιον φτωχό που το αφεντικό τονε είπε Νίκο, γιατί ξένα ονόματα δε μπορεί να συλλαβίσει η φάρα αυτή η λυπηρή, και από δω και μπρος Νίκο σε λένε, που στο Μπαγκλαντές τονε βαφτίσανε χέρια πατρικά, με τη μάνα στολισμένη σα σημαία πολύχρωμη και μπρος από θεούς αρχαίους και με ένα όνομα αλλιώτικο που φοβάσαι και ντρέπεσαι εσύ που με ακούς να το προφέρεις μη το πεις λάθος, μη μας πάρει με κακό μάτι ο άνθρωπος μη πει δεν τον θέλουμε, τονε κλείσανε τον κακόμοιρο σε ένα κελί να ψένετε αργά να πεθαίνει και φύγανε. Η φάρα τους. Η πουτάνα η φάρα τους. Παιδάκια σε σχολαρχείο φασιστικό. Διδάξανε, οι ζουρλοί αυτοί κλόουν, τις αξίες της φάρας τους. Της χαμέτιπης φάρας τους. Σηκώσανε τσιμέντα τριγύρω παντού αυτοί οι επικίνδυνοι τσαρλατάνοι, απέκλεισαν και φίμωσαν οποιωνε κοίταξε λίγο λοξά. Πετάξανε έξω απ το σπίτι του οποιωνε του ήρθε στο στόμα ένα μα; και επιβάλανε βηματισμό τρανό και μεγαλοπρεπή-σαν και της φάρας τους- σε όλους τους πολίτες, στο Σταύρο, τη Μαρίνα τον Άλκη. Σ'αυτό το ταπεινό διορισμένο για το -έργο- τροχονόμο. Και ακόμα και στα τραγούδια των πουλιών επέβαλαν φόρο. Έτοιμοι από καιρό, όπως και η σφαίρα στη θαλάμη του όπλου τους, ξεπουλούν τα μωρά τους. Κρέας με το κιλό πωλείτε σε τιμή ευκαιρία, μόνο για σένα που είσαι της φάρας μου. Το μόνο που θες για να φας λίγο ψωμί, λίγο νερό κρύο, είναι να είσαι της φάρας αυτής της λυπηρής, της τραγικής, της βέβηλης φυλής. Απόγονος αυτού του αρχαίου προδότη Εφιάλτη.

“Α' στο διάολο κλεισ'τη να φάμε την παναγία μου” είπε ο Σταύρος, όχι όμως με οργή η παραξενιά η κακία. Μόνο με ένα κόμπο βαρύ από καιρό στο φάρυγγα, πιο κάτω.
“Αει σιχτίρ μ'αυτή τη βαβούρα”
“Τώρα την κλείνω, τώρα τώρα την κλείνω.” Είπε η Μαρίνα χαμηλά, με αγάπη με μπουκωμένο το στόμα ψάρια και πικρούνες.
Για λίγο ακούστηκαν απ έξω να κελαηδούν δυο πουλιά και άλλα δυο μαλώνανε για λίγα κομμάτια ψίχουλα στο μπαλκόνι της κουζίνας. Από πίσω τους σιγοντάριζαν μια ντουζίνα τζιτζίκια. Η βρύση έσταξε μέσα σε ένα φλιτζάνι βρόμικο από καφέ, παρατημένο εκεί απ το πρωί και αυτός ο σκύλος ο βαρύς ζητιάνεψε λίγο στο πλάι τους.
Ο Σταύρος τονε κοίταξε λίγο του χάδεψε τη μουσούδα με τα λαδωμένα του δάχτυλα και τον είπε μαλάκα, έτσι στα χαζά.