Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλληλογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλληλογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 16 Μαρτίου 2014

Γράμμα απ τα ξένα.


                                                              Κλίμακα δύο


Βορράς                                                                                                              16-03-14



Τι μέρα ευχάριστη. Γεμάτη ξεχείλίξε φως και γέλια. Πλατσουρίσματα και εκπλήξεις. Και στο τέλος της λέει φανερώθηκε ένα κύκλος γεμάτος τέρμα. Από που να αρχίσω τα ευχάριστα. Χορτάτος σαν είμαι απ' το φαΐ και την ένταση της, σαν ένθετο η ψυχή μες το σώμα μου, νιώθω κάθε άκρη του κορμιού μου ν' αστράφτει. Ρε τι λέτε σήμερα! Τι γέλια!

Να, κρατούσα δυο παιδιά στα μπράτσα μου και χόρευα. Σα να πετούσα απ τα χώματα στον ουρανό. Φωνάζανε τραγούδια απροσδιόριστα μου τρυπούσαν τα αυτιά. Η τσιρίδα τους έτρεχε με τα παπουτσάκια της μες το κεφάλι μου και χτυπούσε με τα λερωμένα της χέρια τους τοίχους και τα πατώματα. Έβαλε σε όλα αταξία. Χοροπήδαγε κ' έσπερνε χρώματα. Ρε τι λέτε σήμερα, μια φορά στα χίλια χρόνια συμβαίνει αυτό. Σαν στους μύθους.

Δεν έλειπε τίποτα, δε περίσσευε τίποτα. Ήταν παντού γύρο μου η Ελλάδα σα νύμφη. Ναι ναι χόρευε γύρο μου στ' αλήθεια. Δεν ήταν μόνη όμως. Είν' το παράδοξο που με πέταε στον ουρανό όλο ένα. Είχε πλάι της ξωτικά και πλάσματα του βορρά, που πρώτη φορά βλέπουν τα μάτια μου. Νεράιδες που ματώσαν το γόνα τους και γκρινιάξανε ολοζώντανα. Δράκους να μας φιλούν μαζί τον σπουργίτι.
Αγαπημένοι και χαμογελαστοί. Με τις φωτιές τους και τα κελαδήματα τους.


Υ.Γ.
Έξω η θύελλα θα συνεχίσει όλο το βράδυ. Τα τρένα θα μείνουν στους σταθμούς. Τα βαπόρια το ίδιο.
Κλίμακα δύο. 

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014

Πρωινή Βόλτα.


Με τυφλώνει ο πυκνός ήλιος της Ελλάδας κάθε φορά που το πρωί, το κάθε πρωινό που είμαι εκεί σαν επισκέπτης, να βρίσκω μια αφορμή συνήθως ψεύδη εκ μέρους μου να φύγω. Να πάω λέει στο βιβλιοπωλείο να προλάβω την παραγγελία που θα έρθει εντός τον ημερών απ την Αθήνα. Κι είναι τόσο αληθινό το ψέμα μου, που βλέπω εμπρός μου  τον τρεμάμενο γλυκό βιβλιοπώλη, να κατεβάζει τα γυαλιά στη μύτη και να μου λέει ορίστε.  Τη φορτωτική μαυρισμένη απ το νέφος της μεγαλούπολης, ταλαιπωρημένη απ τα πολλά χιλιόμετρα, και τα πολλά ταξίδια, με κάποιο Γιάννη να κουβαλάει με τα χέρια το φορτίο.

Άλλες φορές εξαφανίζομαι γρήγορα πριν προλάβει μάνα και μνηστή να κάνουν ερωτήσεις.  Βουή και χαλασμένες καρότσες φορτηγών χτυπούν στο δρόμο Μία γυναίκα φωνάζει κάποια Στέλλα Και η Στέλλα μου έρχεται στο μυαλό  να χοροπηδά, να πέφτει και μετά να την κοροδεύουν τα αγόρια .

Βλαστήμια και τίποτ' άλλο. Μέσα στης κόρνες, τους κάδους που ξεχειλίζουν στο σκουπίδι και τα παλιόξυλα παρατημένα σε να παλιό οικόπεδο στην πόλη. Ποια πόλη; Στάση του ιδρώτα απάνω στο πήχη των χεριών και της παλάμες, βρίζω τον Ιησού και γω με τη σειρά μου, και τη φάρα του(τους ξένους θεούς όλους, τον φιλόσοφο Βούδα και την Κάλι με τα πολλά χέρια, τον Αλλάχ και τις παγωμένες μοίρες του βορρά Ούρντ, Βεαντάντι και το χρέος του ανθρώπου προς το μέλλον Σκούλντ) και σε λίγο όλοι παρέα γελάμε. Στο ίδιο αμάξι συνεπιβάτες, και ο κύριος Ιησούς έτσι νηστικός και δαρμένος και η Κάλι φιλήδονη και αχόρταγη για σάρκα. Αυτός ο χαριτωμένος  Βούδας με τα χέρια του να ιδρώνουνε κι αυτούνου πάνω στα γόνατα, και τις τρις μοίρες να κοιτάζουν παρελθόν μέλλον και τώρα.

Πιάνω της ιστορίες, μόνος μου, και εξηγώ το ποιων μου και ποιος είμαι. Άλλες φορές με ακολουθούν και νιώθω χρέος μου να δείξω, άλλες με αφήνουν μόνο να ησυχάζω. Μέσα στην πρωινή ζέστη, τη αφρατάδα  των μαρμάρων, ο σπουργίτης και αδέσποτα σκυλιά φιλούν το πάω μου και ο ήλιος και η χαρά του με κάνουνε να κοιτάω τα κάτω λόγω του σέβους προς το φως η κάποιας σκέψης άπρεπης λόγο της θέρμης  . Κάνω· μήπως είναι η συνήθεια του τόπου; με τα ματιά τρυπώ τη γη ως τον πύρινα.

Μπερδεύομαι μετά, χάνω το βήμα και πατώ άστατα. Κάθομαι στο μέρος που χασομερούσα σαν έφηβος και καπνίζω τα τσιγάρα ένα πάνω στο άλλο. Αγνοώ το ρόλο μου και την υπόσχεση, που πρόσφατα έμαθα ζβήνει λέει με τα χρόνια.

Μετά, δεν υπάρχει μετά. Το μετά το σβήει το φως κι αυτός ο άνθρωπος που χει στην τσέπη του στριμωγμένες δυο πακέτα οικιακές χαρτοπετσέτες, τραγουδά με τη πιτζάμα του και ξυπόλυτος οργώνει όλους τους δρόμους. Αναποφάσιστος, με ένα μα; στο στόμα μόνιμα ρωτιέται.

Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

Κυνόδοντας

Ήμουνα λέει σε κάποιο παλιό εργοστάσιο η κάποιο παλιό εγκαταλελειμμένο νοσοκομείο. Κι όμως παρά το αφύσικο της ύπαρξης εκείνου του κτιρίου, παρά την ασχήμια που είχε φάει τους σοβάδες,  ήταν σε πλήρη λειτουργία. Τώρα που το καλοσκέφτομαι νοσοκομείο ήταν. Ξεκάθαρα.
Με ασθενείς, νοσοκόμους και γιατρούς, οδηγούς ασθενοφόρων και συγγενής παθόντων και με μια μικρή πρόχειρα κατασκευασμένη εκκλησία. Εγώ δεν ήμουν επισκέπτης η κάποιο μέλος του προσωπικού, καθώς θα ταίριαζα καλά στα μαγειρεία η σα βοηθός στο μαγνητικό τομογράφο. Ήμουν εγώ ο ασθενής, ο μικρός κουβαλητής του πόνου.

Είχα παει λέει εκεί για μια εξαγωγή τραπεζίτη. Μια διαδικασία σχετικά απλή μα αγχογενει για τον παθόντα. Με καλωσόρισε μια νοσοκόμα- βοηθός του γιατρού, καθόσον αυτός ξεφύλλιζε τα χαρτιά της πάθησης μου και της ακτινογραφίες. Χαμογέλασε λοιτα και μου είπε να καθίσω.
Η κατάσταση μου σταθερή πράμα που βοηθούσε στην γρήγορη διεξαγωγή, του κατά κάποιο τρόπο, χειρουργείου. 

Έπειτα μεταφερθήκαμε στη διπλανή αίθουσα, εκεί που γίνονταν η μικροεπεμβάσης. Στη μέση της καθόταν μια παλιά σκισμένη οδοντιατρική πολυθρόνα που από πάνω της κρεμόταν μια κυνική λάμπα χειρουργείου. Η ένταση της υψηλή που σχεδόν σου τυφλωνε τα ματιά. Γύρο στο δωμάτιο στέκονταν ξεχαρβαλωμένα μικρά πράσινα πλακάκια. 

Ρώτησα λίγο ανήσυχος γιατί τα τόσα φώτα; Και με τάραξε λίγο η ακαταστασία του χώρου. Πράγμα που το επισήμανα παρά τους φόβους μου πως θα ακουστώ παρακατιανός και αγενής. Οι δυο ασπροντυμένοι, απ τη μια ο γιατρός και από την άλλη η νοσοκόμα, καλοβουλοι και ευγενείς οικοδεσπότες αυτής της ρημαγμένης κλινικής, με καθησύχασαν και μου είπαν πως θα πρέπει να καθίσω ήρεμα ώστε να ξεκινήσει η διαδικασία της εξαγωγής.

Και έτσι έκανα. Δε μου πολύαρέσουν οι αντιρρήσεις. Ο οδοντίατρος έδειχνε να κάνει κάποιες απροσδιόριστες κινήσεις στην άλλη γωνία του δωματίου. Γύρισε, με κοίταξε και σα να είχε φτερά στα πόδια του, σαν κάποιος αρχαίος δηλαδή αγγελιοφόρος, πέταξε κατά μήκος του δωματίου μέχρι που έφτασε εμπρός μου. Άφησε τα χέρια του και τα δάκτυλα του εμπρός μου να χορέψουν και ελευτερωσε από μέσα τους ένα ροζαλο αέριο. Χωρίς να χάσει χρόνο μου είπε να εισπνευσω πριν εξατμιστεί. Αμέσως άκουσα την ευγενή παράκληση του όχι από το δέος που δείχνει ο ασθενής στο ιατρό η από βιασύνη να τελειώσω αυτό το κουβάλημα του πόνου, αλλα για να αποφύγω το δυσάρεστο συναίσθημα που προκαλεί μια βελόνα καθώς τρυπά κάποιο σημείο που είναι κρυμμένο βαθιά μέσα στο στόμα.

Χωρίς να είναι ξεκάθαρη η τεχνική που εφάρμοσε ο γιατρός, στεκόμαστε όλοι όρθιοι, κρατούσε εμπρός μου την άνω γνάθο μου και αυτόν τον ταλαιπωρημένο τραπεζίτη. Την ίδια στιγμή σπόνδυλοι και άλλα κόκαλα που εφάπτονταν μετάξι τους κινούνταν γύρο μας αδιάκοπα. Η νοσοκόμα έδειχνε να χαίρετε και ο γιατρός με ένα χαμόγελο και ένα έντονο νόημα στα ματιά κουνούσε το κεφάλι του, όπως λέει κάνεις καλή δουλειά, η οπως επιβραβεύει μπράβο.

Άνοιξα την πόρτα της τουαλέτας του κάτω ορόφου στο διαμέρισμα μου. Μπήκα και κοίταξα τον καθρέφτη σκεπτόμενος πως αδικήθηκα. Προς θεού δε χρειαζόταν να εξάγει την άνω γνάθο. Τώρα δε θα μπορέσω να χαμογελάσω ποτέ ξανά. Σκέψου τη αρνητικό αντίκτυπο θα έχει όλο αυτό στην επαγγελματική και τη κοινωνική ζωή μου. Αυτή του η ενέργεια ήταν εντελώς αφελείς και δείχνει έναν άνθρωπο χωρίς καμία εμπειρία. Άνοιξα το στόμα μου με την ελπίδα πως έχω εγώ το λάθος, μήπως μπορέσω και σπρώξω προς τα πίσω ένα από τα γερά μου δόντια. 

Καθώς παρατηρούσα το στόμα μου και έψαχνα ένα τρόπο λογικό να επανορθώσω τη ζημιά που είχα υποστεί, παρατήρησα μια τρύπα στον άνω δεξί κυνόδοντα. Όχι μια τρύπα που ήταν αποτέλεσμα της  κακής στοματικής μου υγιεινής, η ένα παλιό μου χτύπημα. Ούτε κάποιος λεκές από καφέ που μπορεί να ξεγελάσει το μάτι. Ήταν μια καλόφροντισμένη τρύπα από ασήμι, χωνευτή μέσα στο δόντι. Έξυσα λίγο με το δάκτυλο μου και ένοιωσα κάτι να προεξέχει από την είσοδο της καινούριας
μου περιπέτειας  και σκέφτηκα την ίδια στιγμή πως άλλη μια επίσκεψη στο νοσοκομείο ίσως να στοίχιζε και την ίδια μου τη ζωή. Προσπάθησα με όσο πιο λεπτές κινήσεις να γραπώσω αυτό το κάτι μέσα από την τρύπα. Απέτυχα δυο η τρις φορές μέχρι που κατάφερα να σταθεροποιησω τα δάκτυλα μου επάνω του. Και τράβηξα σταθερά, αργά και αποφασιστικά. 

Και να μαι μέσα στην τουαλέτα του πρώτου ορόφου, γεμάτος οργή, με ένα γατί να μου καίει το λαιμό, ρίχνοντας όλη την ευθύνη στη γλυκιά μου τη μητέρα, να κρατώ ένα κατάμαυρο κάποιας εκκλησίας κομποσκοίνι.


Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2013

Ο μικρός και ο κορκόδειλος.




Δεν ξέρω τι διάολο με έπιασε και δε μπορώ να καταλάβω τι συμβαίνει. Δεν έχω αυτιά νακούσω και τα μάτια μου χάσαν το βλέπω τους. Δε θυμάμαι πολλά απ το πριν, μόνο, μόνο πως τραγουδά ο κορκόδειλος θυμάμαι καθαρά. Οδηγούσα λέει. Δε ξέρω άμα ήτανε όνειρο η κάποιο αστείο, είμαι σίγουρος πάντα ότι έμοιαζε κάπως, η κάτι λίγο πιο κοντά σε ζωή Οδήγαγα  με το γιο μου πλάι να κάθετε σε να καρεκλάκι αμαξιού. Ταξιδεύαμε λέει μέσα στα βόρεια δάση, στα καταπράσινα, με αυτό του λουλακί αυτοκίνητο.  Βότσαλα τεράστια  ήταν κριμένα μες τα δέντρα και κάτι  μικρούλες ακρίδες πηδάγανε πλάι μας σα να μας ακολουθούν.
 
Νομίζω, ότι μέσα από τους ήχους της πιπίλας που βύζαινε, μοιάζαν τα μάτια του να ακολουθούν  τα τοπία που φεύγανε γρήγορα γύρο μας και αυτές τις αστείες ακρίδες να πηδάνε ξοπίσω μας.

Γύρισε και μου χαμογέλασε και αμέσως χωρίς να περιμένει κάπγοιο αντίκρισμα κοίταξε έξω. Δεν είχαμε, ούτε εγώ ούτε αυτός, κάψα για πάρλα. Εγώ ποτέ μου δεν είχα. Αυτός ελπίζω να έχει όταν θα γίνει μεγάλος. Άνοιξα το ράδιο και έβαλα ειδήσεις. Η ώρα πλησίαζε δώδεκα. 

Η παραγωγός εκφώνησε τις ειδήσεις της μέρας. Κάπου άκουσα τις λέξεις Ελλάδα, λεφτά και μια φράση περιληπτική της άσχημης κατάστασης κάτω. Μέσφιξε η καρδιά μου και τα χείλια μου. Παραλίγο δε να ξεχάσω το δάσος αυτά τα τεράστια βότσαλα και τις χαριτωμένες ακρίδες. Και μέβαλε για λίγο το κεφάλι μου να φωνάζω και γω πλάι στους δασκάλους, τους επιστάτες και τους μαθητές. Έφυγες είπα. 


Αφήσαμε το αμάξι σε μια καβάτζα παράλληλα με ένα επαρχιακό δρόμο και πήγαμε λίγο περπάτημα μέχρι τη λίμνη. Πίσω μας είδαμε τις ακρίδες να τρέχουν το δρόμο τους και να μας χαιρετούν χοροπηδηχτά. Ο μικρός πήγε να πει και του τράβηξα την βυζανιάρα απ το στόμα. Την έβαλα στην τσέπη. Θάλασσα είπε. Και με χαστουκίσανε όλα τα κύματα του αργολικού κόλπου μαζί. Μου κάψε η άμμος τα πόδια μου και το ρίγος με πήρε συθέμελα. Θες να πάμε στη θάλασσα ρώτησα. Κι αυτός κούνησε το κεφάλι καταφατικά. Θα πάμε είπα και συμφωνήσαμε και γω και αυτός με μια σιωπή.

Περπατήσαμε για λίγο δίπλα από τη λίμνη που ναι στο δάσος και μετά συμφωνήσαμε να πάμε πίσω στο αμάξι. Κουραστήκαμε και οι δυο μας από το ποδαρόδρομο και μου ζήτησε να τονε πάρω στην πλάτη. 

Στο δρόμο πίσω όλα μοιάζανε αλλιώτικα. Τα τεράστια βότσαλα χάθηκαν και στη θέση τους ήταν αγριόχορτα και καλοβαμένες άσπρες γραμμές του επαρχιακού δρόμου. Το ράδιο έπαιζε ένα γλυκοτράγουδο του James Blunt και αυτό το ατελείωτο βόρειο δάσος, τώρα ήμουν σίγουρος, θα τελείωνε σύντομα.

Ο μικρός με κοίταξε και ξεφώνισε την ιδιότητα μου δυο τρις φορές μέχρι να με προσγειώσει στο κόσμο. Κορκόδειλος μπαμπά είπε. Που ναι ο κορκόδειλος Σταύρο; Και μου δειξε το ραδιόφωνο και αυτόν το τραγουδιστή που μόλις είχε χάσει την ανθρώπινη του υπόσταση και είχε γίνει ένας πράσινος αιμοβόρος κορκόδειλος, που δε του αρέσουν τα χάδια.

 

Τετάρτη 24 Απριλίου 2013

Η ζωή και ο θάνατος του ξένου


27 του Ιούλη ημέρα Τρίτη, ήμουνα αυτό που λένε για λύπηση.
Σκύλος του δρόμου αδέσποτος
Τραβώ από γειτονιά σε γειτονιά μήπως βρω λίγο φαΐ δίπλα σε κάνα ντενεκέ
Κάνα κομμάτι ψωμί.

Μη τάχα λέει μήπως βρω κανένα φίλο, να μου χει κάνα χωρατό να γελάσω.
Να πιω μια στάλα νερό, και να ρίξω τη μούρη μου στο αριστερό μου επάνω το χέρι .
Και κατά λάθος λέει μη -μια γυναίκα- με χέρια γυμνά με χαδέψει.
Σε ύπνο βαθύ που 'χω κυλήσει.

Έκαιγε η άσφαλτο και το χώμα έβραζε δίπλα της
Ανοιχτός, πεντάνoιχτος ο ουρανός, κι ο ήλιος με έκαιγε.
Αμάξια μετά, από 'δω και από κει, και 'γω στη μέση.
Με ώμους κρεμαστούς να κοιτάζω.
Ένας κάπως μεγάλος στο κυνήγι με πείρε.

Τρόμαξα, έτρεξα λίγο. Αμάν αδερφέ όλοι εδώ μέσα δε ζούμε;
Ρώτησα και μ’ αγνόησε.
Λεωφόρος παραλιακή.
Δεξιά μου η πόλη αριστερά δε θυμάμαι.

Μια αγέλη πουλιά στον ορίζοντα να ωρύονται και από κάτω η θάλασσα.
Έκατσα στο πεζοδρόμιο, ξύστηκα.
Βρήκα μισό τσιγάρο και κάπνισα
Κοίταξα κάτι σκουπίδια χαρτιά και μπουκάλια πλαστικά.

Δεν είπα, δεν άκουσα μόνο μετά με τραβήξανε στην άλλη άκρη του δρόμου
Ξεψυχούσα.
Ένας μπρατσαράς πιερότος μ’ έφτυσε και βλαστήμησε, ο άλλος δε μίλησε .
Σώπασε.

Παρασκευή 5 Απριλίου 2013

Γράμμα απ τα ξένα 1

Χτες Δευτέρα ημέρα του μηνός δεκατέσσερες, πήρα το λεφορείο για τη δουλειά.
Δε γίνετε συχνά αλλά είν´ ωραία άμα τυχαίνει. Έξω έκανε κρύο,  βροχή δεν έριχνε, ήτανε ξάστερα είχε βαθμούς μηδέν.
Οι πόρτες ανοίξανε. Είπα οδό και αριθμό καί ´πειτα πλήρωσα με κάρτα.
Δεν είπα και πολλά με την οδηγό, μια ξερή καλημέρα. Νομίζω αυτή δεν απάντησε.
Έκατσα μπροστά δεξιά.Και μετά απορροφήθηκα.
Έξω νύχτα βαθμοί μηδέν.
Θυμήθηκα για το χωριό μου, κει που μεγάλωσα. Την κάσα της εξώπορτας πού ‘τανε σιδερένια και λεπτή μπλε. Στο πάνω μέρος της είχε ένα κακόγουστο σχέδιο και πίσω του σκαλιστό γυαλί.
 Στην αυλή είχε ένα πεύκο, μια λεμονιά, ένα μικρό μποστάνι και μιά κληματαριά που το καλοκαίρι φουντώνανε σταφύλια. Απο κει φώναζε η Ελένη να πά να μαζέψω λίγα να φάμε. Και πήγαινα.
Μετά ειχε και αμπάρι με στάρι, τυρί και κρασί. Ξύλα και ένα παλιό βενζινοπρίονο που όλο χάλαγε.
Θυμήθηκα τον πατέρα μου να το βλαστημάει και μετά να με κοιτάει ευτράπελος, και τον φίλο μου το Βαγγελη και τί μου χε πεί  -Ενα μαγικό πατίνι, έτσι να σχίζει τα ουράνια, να βλέπω λίγο το Ναύπλιο και να γυρίζω παλι πίσω, μου έλεγε, και γώ τονέ  κοιτούσα σα χάνος.
Τώρα είμαι στο δρόμο.Το λεφoρείο άναψε το αριστερό του το φλάς καί φυγε προς το κέντρο.
Η μέρα εχει αρχήσει να φαίνεται, ενα χρώμα πορτοκαλί έχει πάρει ο ορίζοντας και γώ ο μαύρος χαμογέλασα απο χαρά. Σήκωσα το κεφάλι   μου στον ουρανό κι είδα τα στέρια του γαλάκτου να σέρνουνε,  έπειτα κοίταξα κάτω το δρόμο κι είδα ενα πεταμένο τσιγάρο. Ήτανε στεγνό, τό ‘βαλα στο στόμα χωρίς να το φυσήξω, έτσι βρώμικο, και τ άναψα με κάτι σπίρτα που τα είχα αγοράσει τάχα  να υπάρχουν.
Δούλεψα μισή μέρα και γιαυτό γύρισα νωρίς σπίτι. Πήρα το γιό μου, το Σταύρο, και πήγαμε στις κούνιες. Εκείνος μου γελούσε στην τραμπάλα του και γώ έπλεα. Θυμήθηκα την κούνια μπέλα που μου τραγούδαγη μάνα μου όσο ήμουν παιδί. Την είπα οσο θυμόμουνα.
Αυτά.