Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

Η ζωή και ο θάνατος του ξένου


27 του Ιούλη ημέρα Τρίτη, ήμουνα αυτό που λένε για λύπηση.
Σκύλος του δρόμου αδέσποτος
Τραβώ από γειτονιά σε γειτονιά μήπως βρω λίγο φαΐ δίπλα σε κάνα ντενεκέ
Κάνα κομμάτι ψωμί.

Μη τάχα λέει μήπως βρω κανένα φίλο, να μου χει κάνα χωρατό να γελάσω.
Να πιω μια στάλα νερό, και να ρίξω τη μούρη μου στο αριστερό μου επάνω το χέρι .
Και κατά λάθος λέει μη -μια γυναίκα- με χέρια γυμνά με χαδέψει.
Σε ύπνο βαθύ που 'χω κυλήσει.

Έκαιγε η άσφαλτο και το χώμα έβραζε δίπλα της
Ανοιχτός, πεντάνoιχτος ο ουρανός, κι ο ήλιος με έκαιγε.
Αμάξια μετά, από 'δω και από κει, και 'γω στη μέση.
Με ώμους κρεμαστούς να κοιτάζω.
Ένας κάπως μεγάλος στο κυνήγι με πείρε.

Τρόμαξα, έτρεξα λίγο. Αμάν αδερφέ όλοι εδώ μέσα δε ζούμε;
Ρώτησα και μ’ αγνόησε.
Λεωφόρος παραλιακή.
Δεξιά μου η πόλη αριστερά δε θυμάμαι.

Μια αγέλη πουλιά στον ορίζοντα να ωρύονται και από κάτω η θάλασσα.
Έκατσα στο πεζοδρόμιο, ξύστηκα.
Βρήκα μισό τσιγάρο και κάπνισα
Κοίταξα κάτι σκουπίδια χαρτιά και μπουκάλια πλαστικά.

Δεν είπα, δεν άκουσα μόνο μετά με τραβήξανε στην άλλη άκρη του δρόμου
Ξεψυχούσα.
Ένας μπρατσαράς πιερότος μ’ έφτυσε και βλαστήμησε, ο άλλος δε μίλησε .
Σώπασε.

Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013

Το ημερολόγιο του Αντώνη Φράγκου



Και έτσι, έτσι λίγο πριν το ξημέρωμα και το άγιο φως του ήλιου, μπλεγμένος μέσα σε μυρωδιές από τα νυχτολούλουδα και ήχους από τα τριζόνια, κάτω από τα φουστάνια της αγίας υγρασίας και τα χάχανα τον περαστικών, είναι σκημένος πάνω από το τετράδιο που κρατά για ημερολόγιό ο Αντώνης ο Φράγκος. Γράφει ότι του έχει μήνη στη μνήμη για αυτόν και ότι ζωή έχει πίσω του.

10-04-2013

Η 15η Δεκεμβρίου 2010 είναι η ημέρα που άλλαξε για πάντα τη ζωή μου. Η απόδειξη είναι μια φωτογραφία που βρίσκετε μπλοκαρισμένη σε ένα λευκό εξωτερικό σκληρό δίσκο -δώρο για τα 33α γενέθλια μου- που είναι στριμωγμένος ανάμεσα σε βιβλία πρώτου έτους νοσηλευτικής, κλασικά λογοτεχνικά και διάφορες φωτοτυπίες που θα έπρεπε να βρίσκονται στα σκουπίδια εδώ και αρκετό καιρό.
Δυόμιση μήνες αφού άφησα πίσω μου την πόλη του Πού, για τα μάτια της πόλης του βορρά, με το βάρος του μετανάστη, του αναλφάβητου, του κακόγουστου ξένου στους ώμους μου, ήρθε για να μου πάρει όλη την αφέλεια, την ιδιότητα του γιου της μάνας μου και του καλύτερου γαμίκου που γνώρισε ποτέ η γενιά μου, ο γιος μου. Αυτός που δεν αφήνει την τίγρη και το λιοντάρι από τα χέρια του παρά μόνο για να κοιμηθεί. Συχνά με παρομοιάζει και με το πλαστικό λιοντάρι που κρατά με δύναμη και πείσμα στη χούφτα του η κάτω από τον αγκώνα του αν ασχολείτε με κάτι άλλο παράλληλα . Δεν ξέρω γιατί. Μόνο γελάω.
Η φωτογραφία τραβήχτηκε σε μια στιγμή που η κούραση μου ήταν στο ζενίθ της, τρις τέσσερις ώρες πριν από τη γέννησή του, πριν από το θάνατο του εικονιζόμενου της, αυτού του μπουνταλά, του γιου της μαμάς του. Τέντωσα τα χέρια μου μπροστά από το πρόσωπό μου και πάτησα το κουμπάκι αυτής της ψηφιακής φωτογραφικής μηχανής που είχαμε πάρει δανική από μια φίλη λίγες ώρες νωρίτερα. Ανάμεσα σε φωτογραφίες που απεικόνιζαν αδέλφια σε παμπ να κρατούν υψωμένα ποτήρια μπύρας, γιους να κάνουν γκριμάτσες ή με τα δάκτυλά τους στις μύτες και μεθυσμένες κοπέλες να στέλνουν φιλάκια με μισόκλειστα μάτια ντυμένες επίσημα για κάποιο οικογενειακό τραπέζι η κάποια βραδινή έξοδο, ιδού ο ανεύθυνος που χάνετε ο υπεύθυνος που έρχεται. Η τελευταία απόδειξη ότι υπήρξα και πριν.
Στο δωμάτιο της κλινικλής η μέλλουσα μητέρα ήταν εύθυμη παρά τους πόνους. Περισσότερο μάλλον χάρη στην επισκληρίδιο και τις εισπνοές υποξειδίου του αζώτου που χάριζαν και στους δύό μας τρίλεπτα γέλιου και χαλαρότητας, παρά στην ικανότητά της να μην δείχνει τον πόνο.
-Το πιστεύεις; με ρώτησε. Θα γυρίσουμε σπίτι με ένα μωρό! Είπε και γέλασε με περισσότερη θέληση για γέλιο από άσο πίστευα πως έχει μέσα της εκείνη τη στιγμή.
-Με τίποτα, της απάντησα. Και δεν το πίστευα, δεν μου περνούσε από το μυαλό κι ας δήλωνα περήφανα σε όλους ότι είμαι έτοιμος, κι ας σκεφτόμουν στα κρυφά ότι έχω τα μεγαλύτερα αρχίδια από όλους όσους ποτέ γνώρισα. Το τελευταίο πράγμα που ήμουν ήταν έτοιμος να γίνω πατέρας.
Την κοίταξα στα μάτια και ακούμπησα απαλά την κοιλιά της που ήταν ζωσμένη με παλμογράφους και μετρητές που δεν ήξερα τη μετρούσαν, το μόνο που ήξερα ήταν ότι αν οι αριθμοί που ήταν πάνω σε μια μικρή οθόνη δίπλα από το κρεβάτι ξεπερνούσαν το 65, τότε η γυναίκα μου πονούσε. Όσο αυξανόταν ο αριθμός στην οθόνη τόσο περισσότερο πονούσε.
Μετά από 16 ώρες αναμονής και πολύ μα πολύ υποξείδιο του αζώτου η μαία σε συνεννόηση με την νυν λεχώνα αποφάσισαν, χωρίς καν να με λογαριάσουν , ότι ήρθε η ώρα να δώσουν λίγη περισσότερη πίεση.
-Σπρώξε, είπε η μαία και με κατεύθυνε στο προσκεφάλι της γυναίκας μου.
Ποτέ δεν είχα ξαναδεί πιο κόκκινο άνθρωπο πριν στη ζωή μου. Πίστεψα ότι θα εκραγεί.
Ήμουν πρόθυμος να βοηθήσω, ήθελα μα σα σκεφτόμουν το πώς μόνο ένα τεράστιο ερωτηματικό υψωνόταν εμπρός μου. Δύο ακόμη γυναίκες μπήκανε στο δωμάτιο, όχι βιαστικά ούτε και φοβισμένες, σε αντίθεση με εμένα, αλλά αποφασιστικές και σε εγρήγορση. Μια τρίτη ακολούθησε μετά από λίγο. Τους κοιτούσα όλους με σκοπό να βγάλω κάποιο συμπέρασμα για την εξέλιξη του τοκετού και όλο έλεγα στον εαυτό μου, για να μου δώσω κουράγιο, ότι όλα πάνε καλά. Περίφημα.
Η ένταση στο δωμάτιο αυξανόταν όλο και περισσότερο, το ίδιο και η αμηχανία μου. Κοίταξα κλεφτά έξω από το παράθυρο της κλινικής, είχε αρχίσει να χιονίζει από ώρα και άφησα για μία στιγμή τον εαυτό μου να πετάξει πάνω από τα έλατα, τις μηλιές και τους πλατύφυλλους θάμνους. Πάνω από αυτή την αρχαία ερυθρέλατη που είναι άγιος τόπος προσκύνησης για τους πολίτες της πόλης του βορρά και ανάσανα αυτό τον κρύο αέρα του χιονιά που έπεφτε, να σαν όπως αφήνει κανείς ένα πούπουλο στη νηνεμία. Άηχο, αργό κι αρμονικό.
Ξαφνικά η γιατρός φώναξε Β4. Πάγωσα. Τα πάντα ήταν σε μια σχετική τάξη μέχρι τότε, η μαία έλεγε στη γυναίκα μου κάθε πότε να πιέσει έπειτα μια δεύτερη της είπε σπρώξε με ότι έχεις, μετά η γιατρός της είπε παύση και προσπαθούσε να τραβήξει με τα χέρια της και μετά πάλι σπρώξε, το χρώμα της είχε νόημα, οι μυρωδιές στο δωμάτιο είχαν νόημα τα μηχανήματα τα καλώδια και η δεξιά γωνία του δωματίου που ήταν χτισμένη η τουαλέτα είχε μια λογική. Ακόμα και εγώ σαστισμένος και ανήσυχος-σαν φιγούρα- είχα κάποιο νόημα. Αυτό το Β4 όμως ήταν κάτι που δεν θα έπρεπε να είναι εκεί.
Μετά από 5-6 λεπτά αφού είχε ακουστεί αυτό το ασύμφωνο Β4 βρέθηκα στο χειρουργείο ντυμένος με μία πράσινη χειρουργική φόρμα-ένας παλιάτσος βγαλμένος από άλλους καιρούς- και χαιρετούσα τη γυναίκα μου που την κύκλωναν πια, γύρο από το χειρουργικό τραπέζι, γιατροί και νοσοκόμες.
Της χαμογέλασα και της είπα καληνύχτα. Εκείνη έδειχνε να έσβηνε.
Μία από τις νοσοκόμες με ρώτησε αν νοιώθω καλά. Ήταν πια εμφανές σε όλους ότι δεν έμοιαζα να είμαι και ιδιαίτερα καλά. Της έδειξα με το δείκτη του αριστερού μου χεριού μια βρύση που ήταν στο χειρουργείο και τότε αυτή αφού με χτύπησε φιλικά στην πλάτη μου έφερε ένα ποτήρι νερό, αμέσως και δεύτερο. Ο χειρούργος συνέστησε να περιμένω λίγο πιο δίπλα από το χειρουργείο.
Η παιδίατρος, μια νέα γυναίκα με μαύρα μαλλιά πιασμένα κότσο και φινετσάτα άσπρα δάκτυλα έβαλε τα γάντια της και μου είπε να μην ανησυχώ.
-Είμαι παιδίατρος, είπε, στο χειρουργείο είναι ένας γυναικολόγος και ακόμη ένας καρδιολόγος. Είμαστε γιατροί, όλα θα πάνε καλά. Τότε χαμογέλασα και ήπια απ το πλαστικό ποτηράκι λίγο ακόμη νερό και αυτή τη φορά γέμισα μόνος μου.
Ακούστηκαν κλάματα, το πρώτο φως, ο πρώτος φόβος.
Μετά από λίγες στιγμές εμφανίστηκε η πρώτη μαία που συναντήσαμε κρατώντας ένα μοβ μωρό. Το ακούμπησαν στη ζυγαριά, του ρούφηξαν τα υγρά από στόμα και τη μύτη με μία σύριγγα χωρίς βελόνα, το σκούπισαν απ τα αίματα και το αφουγκράστηκαν με ένα στηθοσκόπιο στο στήθος. Του έβαλαν μια πάνα και ένα σκούφο από γάζες, δεν ξέρω γιατί.
Έπειτα μου είπαν να βγάλω την μπλούζα μου για να νοιώθει κοντά μου και μου το έδωσαν. Τι να το κάνω; Δίστασα. Δεν ξέρω εγώ από αυτά, σκέφτηκα μα άπλωσα τα χέρια μου ενστικτωδώς. Τον κοίταξα, έμοιαζε με πολλούς, τον πατέρα μου και τη μητέρα μου το ίδιο και με τον πατέρα και την μητέρα της μάνας του, τους παππούδες μας. Δε θυμάμαι ακριβώς τι έβλεπα, αλλά θυμάμαι ότι οι πληροφορίες που έπαιρνα ήταν εκατομμύρια, και ο χρόνος που πέρασε σχεδόν μηδέν.
Τον ακούμπησα στο στέρνο μου και έγειρα το κεφάλι, έκανε έτσι με τη γλώσσα του να βυζάξει με κλειστά μάτια και εγώ έκλαιγα και γελούσα. Μπροστά μου ήρθε ο γυναικολόγος και με συγχάρηκε, γύρισα το κεφάλι και προσπάθησα να μιλήσω μα τίποτα. Άχνα. Έδειξε να καταλαβαίνει τη σύγχυση μου και γύρισε να φύγει. Τότε πετάχτηκα πάνω, δε με χουν μάθει έτσι στο σπίτι μου, και του ακούμπησα την πλάτη, γύρισε. Ευχαριστώ του είπα, μειδίασε έσφιξε λίγο τα χείλη του και έφυγε.
Η επόμενη ώρα μας βρήκε, εμένα και το μικρό, στο ίδιο δωμάτιο του τέταρτου ορόφου. Με αυτό το μεγάλο κρεβάτι δίπλα από το παράθυρο και ένα φθηνό κομοδίνο πλάι του. Κάτσαμε σε μία πολυθρόνα που ήταν στη γωνία απέναντι στο κρεβάτι. Ρούφηξα μια τζούρα χλιαρό καφέ που μου είχε φέρει η νοσοκόμα από ώρα και θυμήθηκα ότι είχα ακούσει ότι στα μωρά αρέσει το τραγούδι και έτσι προσπάθησα να πω ένα, δεν ήξερα ποιο και ντρεπόμουν, μα τελικά ξεκίνησα. Μπέρδευα ποιήματα και ροκ, παραδοσιακά και νανουρίσματα, αλλά συνέχιζα όλο συνέχιζα. Είπα και ύμνους αθλητικών ομάδων και χαμογελούσα, γελούσα και ένοιωθα το ζεστό του κορμί στο δικό μου. Η ώρα περνούσε και με ζώσανε άγριες σκέψεις, η μάνα του δε φάνηκε, μόνο μια νοσοκόμα μου έφερε καφέ πάλι και με ρώτησε αν είμαι καλά. Πήγανε κιόλα τρις ώρες.
Και κάθε λεπτό που περνούσε ήταν βαρύ είχε διαφορετική σημασία, το κυλάει του έβαλε το μανδύα της ανησυχίας, και όλο μια φράση γυρόφερνε μες στο κεφάλι μου. Σαν το σκορπιίο γυρνούσε επικίνδυνα, κρυβόταν κάτω από πέτρες-και εγώ ήξερα ότι είναι εκεί- έτοιμη να με κεντρίσει.
-Πού είναι; Ψιθύρισα μόνος μου. Βγήκα στο διάδρομο κρατώντας το νεογνό στην αγκαλιά μου. Δεν ένοιωθα σχεδόν το βάρος του. Ο διάδρομος ήταν μακρύς με φεγγίτες στην οροφή του σε απόσταση ο ένας από τον άλλο περί το ένα σαράντα, έξυπνα τοποθετημένους. Τα χρώματά του κιτρινοπράσινο και άσπρο αλλά όχι φανταχτερά μάλλον ουδέτερα, λίγο πιο κάτω ήταν ακουμπισμένος ένας ψέκτης που πίνει κανείς νερό και δίπλα του μια καρέκλα. Προχώρησα κατά μήκος. Παρατήρησα τα λουλούδια που ήταν πάνω στο τραπεζάκι δίπλα από το δωμάτιο 46. Ήταν μαραμένα. Λίγο νωρίτερα, είμαι σίγουρος, τα είχα δει ανθισμένα και φρέσκα. Κι όσο τα κοίταγα, τώρα,
τόσο αυτά μαραίνανε τόσο νύχτωνε ο ουρανός. Τα κακά μαντάτα μετά έφθασαν.






Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

Κατάλυσης ΙΙΙ


Και έτσι, έτσι, κάτω από της σκεπές τον σπιτιών και δίπλα από τοίχους που κρατούν ακόμη  τη ζέστη της μέρας . Εκεί, κάτω απ τα φουστάνια της αγίας υγρασίας  και τα σιγανά τραγούδια τον τζιτζικιών κάθετε κύριε αυτή η συντροφιά η περίχαρη και πίνει και καπνίζει. Κι αφήνουν τον ξένο να τους διηγείται την ιστορία του πλοίου Κατάλυσης.  Αυτού του ίδιου πλοίου που κείτεται τώρα νεκρό λίγο πιο έξω απ το λιμάνι της πόλης του Που και στολίζει(σαν γλυπτό βέβαια) την μεγάλη πλατεία, εκεί ανάμεσα στο περίπτερο του Μήτσου, το καφενείο  και το δημαρχείο, το μόνο λευκό κτίριο της πόλης του Που.

Κοιτούσα τον ξέξασπρο άνθρωπο σα σπίνος, αμίλητος και πεινασμένος, κι αυτός μέσα από αυτό το σκούρο ύφασμα που είχε διπλωμένο επάνω του έβγαλε μια αλυσίδα χρυσή περίπου δύο-δυόμισι μέτρα και ένα κολάρο δερμάτινο που το στολίζανε κάτι ρουμπίνια πανάκριβα. Και εγώ σκέφτηκα τότε, αυτό που σκέφτεστε τώρα και εσείς, την προσβολή που θα έπαιρνα, τι θα ανεχόμουν ακόμη. Κάποια ελπίδα πέρασε τις σκέψεις μου μα, μια άρνηση μου κουνούσε πέρα δώθε το πρώτο της δάκτυλο. Ο ξέξασπρος άνθρωπος μου πέρασε απαλά το κολάρο στο λαιμό μου, χαμογέλασε και κούμπωσε την αλυσίδα επάνω του. Έπειτα πήρε ένα ζευγάρι παρωπίδες που ήτανε κρεμασμένες σε ένα δοκάρι πάνω σε μια σκουριασμένη πρόκα και μου της έσφιξε γύρο απ το κεφάλι. Ακολούθησε με, μου είπε, και εγώ αμέσως υπάκουσα.
Ανεβαίναμε σκάλες για ώρες και ώρες ώσπου τα πόδια μου δε βαστούσανε άλλο, κι ο ξέξασπρος άνθρωπος θα με τραβούσε με μανία κάθε φορά που σταματούσα να πάρω  ανάσα.Κι έτσι εγώ προχωρούσα. Και πέρασε χρόνος πολύς, και το νου μου δεν όριζα. Ο ξέξασπρος άνθρωπος ξάφνου σταμάτησε, έδεσε την αλυσίδα από το κάγκελο της σκάλας και χωρίς να με κοιτάξει μου έκανε νόημα να κάτσω. Την ώρα που έλειπε εγώ τον περίμενα, ούτε η αλυσίδα με ένοιαξε μα ούτε και τα πονεμένα μου γόνατα. Τα μάτια μου έκλειναν, βαριά, μα εγώ με τη βία τα κράταγα. Έπεσα λίγο στο πάτωμα και αποκοιμήθηκα ανάσκελα. Δεν ξέρω μετά από πόση ώρα, την αίσθηση του χρόνου δεν είχα, ένιωσα ένα πόδι να μου ζουλά την κοιλιά Άνοιξα τα μάτια μου και είδα τον ξέξασπρο άνθρωπο να μου χαμογελάει με τα μάτια γουρλωμένα και τα δόντια σφιχτά και τα νεύρα του λαιμού του τεντωμένα τα πέρα.Σηκώθηκα άμεσος. Δεν πέρασε πολύς χρόνος μέχρι που φτάσαμε έξω από μια πόρτα σε ένα από τα πατώματα της κατάλυσης, πιθανότατα το τρίτο, μια ταμπέλα επάνω της έγραφε: Θέσης Α.
Ο ξέξασπρος άνθρωπος μου έβγαλε την αλυσίδα. Ποτέ άλλοτε δεν ήμασταν τόσο κοντά, τα χνότα του ζέγδανε μια μυρωδιά άγριας μέντας. Το δίχως άλλο άρπαξα το πόμολο της πόρτας να ανοίξω.  Τότε κούνησε τους ώμους του σπαστικά σαν να τον έκαιγε κάποιος αόρατος πόνος με μια πυρόβεργα, τσάκισε το κορμί του κι έγειρε εμπρός τόσο που η μούρη του θα ακουμπούσε τα χάμω, οι αγκώνες του έγειραν τα έξω και τα γόνατα του όλο λύγιζαν. Δίπλωνε το κορμί του σε γωνίες άπιαστες.
Ώσπου παραμορφώθηκε τόσο, ξεφούσκωσε δίπλωσε, που σαν ένας φάκελος έγινε. Έπεσε στο πάτωμα στριφογυρίζοντας. Επάνω του έγραφε:Εμπιστευτικών, άκρως απόρρητων.
Τότε και εγώ το πήρα στο χέρι χωρίς δεύτερη σκέψη και στον κόρφο το έκρυψα Άνοιξα την πόρτα της Θέσης Α και μπήκα.
Και είδα αχ Θεούλη μου, ένα χώρο; απέραντο στον ορίζοντά του σκοτάδι. Τσιμέντα παντού γύρο, σκουπίδια εδώ και εκεί, ποντικοκούραδα και γυαλιά, πρόκες ίσες και στραβές και σπαρμένα νερά λιμνάζοντα. Και είδα Ιησού μου κολόνες να βαστούν τα σύννεφα και άγρια πουλιά ριγμένα σε μάχη. Σε μια απ τις κολόνες ήταν δεμένος ο ξύλινος άνθρωπος και τραγουδούσε ένα τραγούδι παράφωνο και δίπλα του πετούσε το θρυλικό βιολί στρατιβάριους σε μια μελωδία παράλογη. Εμπρός μου εστάθει ο άντρας με το σβησμένο πρόσωπο, υποκλίθηκε και μου έκανε αβάντα να περάσω να κάτσω στη μεγάλη τραπεζαρία που αχνοφαινόταν στο βάθος.
Περπάτησα προς τα εκεί και όλο ένα η βουή τον καλεσμένων μεγάλωνε. Πάνω απ την τραπεζαρία ήταν δεμένη τα ανάποδα  μια κυρία γυμνή και παχιά που όλο φώτιζε χαμογελούσε και φώτιζε, στάζαν φωτιές τα μαλλιά της. Κάθισα σε μία απ της άδειες καρέκλες. Γύρω μου κόσμος πολύς να τρώει κρέας και να πίνει από μπουκάλια χρυσά. Το βλέμμα μου έπεσε πρώτα σε μια κοκέτα γύρω τα εξήντα. Τα μαλλιά της είχε δεμένα επάνω με ένα καλοφροντισμένο κότσο και τα στήθια της ίσα που κρύβονταν πίσω από αυτό το βελούδινο φόρεμα. Είχε και τα δυό της τα χέρια μέσα στη λίγδα και φαγιά κολλημένα μέσα στα δόντια της. Με είδε που την παρατηρούσα αμίλητος και αμέσως ξεθάρρεψε. Καλλώπισε την κόμμωση της με τα λιγδωμένα της δάκτυλα και μου έδειξε τα δόντια της και τα κρέατα που ήταν κολλημένα επάνω τους, μουγκρίζοντας και ρουφώντας αέρα απ τη μύτη. Κι όλο πιο απειλητική δειχνόταν να γίνετε ώσπου ανέβηκε μπουσουλώντας στην τραπεζαρία επάνω και ήρθε μέχρι εμπρός μου και σα θηρίο της ζούγκλας μούγκριζε. Μια άλλη γυναίκα πιο δίπλα μου με κοίταξε. Ήταν γλυκιά με παχουλά μάγουλα και κάτι μάτια τεράστια. Τι συμβαίνει, τη ρώτησα και τότε αυτή κουνούσε το κεφάλι της πέρα δώθε, όπως κάνουν τα σκυλιά σα ξυπνούνε, και όλο οι κόρες τον ματιών της επάνω ανέβαιναν και τα σάλια της ράντιζαν αδιάκριτα όπου κι αν έβρισκαν. Και μια μορφή άλλη, κάτασπρη κι αυτή στο χρώμα, με τα μαλλιά της να πετούνε τα πάνω σα βελόνες του πεύκου, στο κεφάλι της τραπεζαρίας μασούσε με το στόμα ανοιχτό σα να δίνει ρυθμό, χοροπηδούσε πάνω στον πισινό της και όλο μασούσε. Κι όλο η μύτη της έτρεχε κι όλο ο βήχας την έπνιγε. Ένας άντρας με κοστούμι και καλοσιδερωμένη γραβάτα, θα σας το πω τι πιστεύω ένας σοβαρότατος κύριος, το κεφάλι του χτυπούσε στο τραπέζι απάνω κι ο φίλος του δίπλα, που τη γλώσσα του είχε απ όξω κι όλο γλειφότανε κι όλο έτριβε τα φαγιά πάνω στο πρόσωπό του, τον έλουζε κρασί από αυτό το χρυσαφένιο μπουκάλι.
Ο άνθρωπος δίχως πρόσωπο πλησίασε την τραπεζαρία, και όλοι οι καλεσμένοι με μιας ξεκινήσαν να φτύνουνε και να του πετούνε στα μούτρα κομμάτια. Ο καλοντυμένος κύριος σταμάτησε να χτυπά το κεφάλι του πάνω στο τραπέζι και με μία απότομη κίνηση κοίταξε τον άνθρωπο με το σβησμένο πρόσωπο για λίγες στιγμές. Σηκώθηκε αργά από το τραπέζι, τότε όλοι σταμάτησαν και σηκωθήκανε γύρο τους,  πλησίασε. Έλυσε τη ζώνη του παντελονιού του και κατέβασε τα βρακιά του. Το πουκάμισό  κρεμόταν απ τη μεγάλη κοιλιά του και κάλυπτε το μόριο του. Τότε χαμογέλασε σήκωσε το πουκάμισο και έπιασε τα αχαμνά του. Κοίταξε όλους τριγύρω σα να έδινε σύνθημα και ξάφνου άρχισε να κουνά το μόριο του πάνω κάτω με βία ουρλιάζοντας . Όλοι τότε, οι επιφανείς, κραύγαζαν και χοροπηδούσαν γύρο τους σαν τα άγρια θηλαστικά κάποιας ζούγκλας.
Ο άνθρωπος με το σβησμένο πρόσωπο υποκλίθηκε και είπε, αφού όλοι σώπασαν, ήταν μεγάλη τιμή μου. Γύρισε το κεφάλι του προς το μέρος μου σα να με έβλεπε, σα να ξέρει που είμαι και όλοι ανοίξαν μπροστά του διάδρομο. Μου ζήτησε αυτό που ήταν δικό του, αυτό που κατ αυτόν ήταν κλεμμένο, αυτό που με πονηρότατο τρόπο του πήρα.
Εγώ καταντροπιασμένος από αυτή την προσβολή έβγαλα από τον κόρφο μου το φάκελο και με το κεφάλι σκυφτό του τον έδωσα.
Δεν έχασε χρόνο τον πείρε, και μετά από την παρατήρηση που μου έκανε,πως τούτη τη φορά μου τη συγχωραεί την κλεψά μου ετούτη, άνοιξε το φάκελο άμεσα
Διάβασε δυνατά: Άμεση εκκένωσης στοπ. Η κατάλυσης βυθίζετε στοπ. Όλοι στης σωσίβιες λέμβους στοπ.
Τότε ακούστηκε ένας δυνατός ήχος μια βροντή συθέμελη και μαζί τους ήρθε και ένας σεισμός πρωτόγνωρος.

Παρασκευή, 5 Απριλίου 2013

Γράμμα απ τα ξένα 1

Χτες Δευτέρα ημέρα του μηνός δεκατέσσερες, πήρα το λεφορείο για τη δουλειά.
Δε γίνετε συχνά αλλά είν´ ωραία άμα τυχαίνει. Έξω έκανε κρύο,  βροχή δεν έριχνε, ήτανε ξάστερα είχε βαθμούς μηδέν.
Οι πόρτες ανοίξανε. Είπα οδό και αριθμό καί ´πειτα πλήρωσα με κάρτα.
Δεν είπα και πολλά με την οδηγό, μια ξερή καλημέρα. Νομίζω αυτή δεν απάντησε.
Έκατσα μπροστά δεξιά.Και μετά απορροφήθηκα.
Έξω νύχτα βαθμοί μηδέν.
Θυμήθηκα για το χωριό μου, κει που μεγάλωσα. Την κάσα της εξώπορτας πού ‘τανε σιδερένια και λεπτή μπλε. Στο πάνω μέρος της είχε ένα κακόγουστο σχέδιο και πίσω του σκαλιστό γυαλί.
 Στην αυλή είχε ένα πεύκο, μια λεμονιά, ένα μικρό μποστάνι και μιά κληματαριά που το καλοκαίρι φουντώνανε σταφύλια. Απο κει φώναζε η Ελένη να πά να μαζέψω λίγα να φάμε. Και πήγαινα.
Μετά ειχε και αμπάρι με στάρι, τυρί και κρασί. Ξύλα και ένα παλιό βενζινοπρίονο που όλο χάλαγε.
Θυμήθηκα τον πατέρα μου να το βλαστημάει και μετά να με κοιτάει ευτράπελος, και τον φίλο μου το Βαγγελη και τί μου χε πεί  -Ενα μαγικό πατίνι, έτσι να σχίζει τα ουράνια, να βλέπω λίγο το Ναύπλιο και να γυρίζω παλι πίσω, μου έλεγε, και γώ τονέ  κοιτούσα σα χάνος.
Τώρα είμαι στο δρόμο.Το λεφoρείο άναψε το αριστερό του το φλάς καί φυγε προς το κέντρο.
Η μέρα εχει αρχήσει να φαίνεται, ενα χρώμα πορτοκαλί έχει πάρει ο ορίζοντας και γώ ο μαύρος χαμογέλασα απο χαρά. Σήκωσα το κεφάλι   μου στον ουρανό κι είδα τα στέρια του γαλάκτου να σέρνουνε,  έπειτα κοίταξα κάτω το δρόμο κι είδα ενα πεταμένο τσιγάρο. Ήτανε στεγνό, τό ‘βαλα στο στόμα χωρίς να το φυσήξω, έτσι βρώμικο, και τ άναψα με κάτι σπίρτα που τα είχα αγοράσει τάχα  να υπάρχουν.
Δούλεψα μισή μέρα και γιαυτό γύρισα νωρίς σπίτι. Πήρα το γιό μου, το Σταύρο, και πήγαμε στις κούνιες. Εκείνος μου γελούσε στην τραμπάλα του και γώ έπλεα. Θυμήθηκα την κούνια μπέλα που μου τραγούδαγη μάνα μου όσο ήμουν παιδί. Την είπα οσο θυμόμουνα.
Αυτά.