Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

Κατάλυσης ΙΙΙ


Και έτσι, έτσι, κάτω από της σκεπές τον σπιτιών και δίπλα από τοίχους που κρατούν ακόμη  τη ζέστη της μέρας . Εκεί, κάτω απ τα φουστάνια της αγίας υγρασίας  και τα σιγανά τραγούδια τον τζιτζικιών κάθετε κύριε αυτή η συντροφιά η περίχαρη και πίνει και καπνίζει. Κι αφήνουν τον ξένο να τους διηγείται την ιστορία του πλοίου Κατάλυσης.  Αυτού του ίδιου πλοίου που κείτεται τώρα νεκρό λίγο πιο έξω απ το λιμάνι της πόλης του Που και στολίζει(σαν γλυπτό βέβαια) την μεγάλη πλατεία, εκεί ανάμεσα στο περίπτερο του Μήτσου, το καφενείο  και το δημαρχείο, το μόνο λευκό κτίριο της πόλης του Που.

Κοιτούσα τον ξέξασπρο άνθρωπο σα σπίνος, αμίλητος και πεινασμένος, κι αυτός μέσα από αυτό το σκούρο ύφασμα που είχε διπλωμένο επάνω του έβγαλε μια αλυσίδα χρυσή περίπου δύο-δυόμισι μέτρα και ένα κολάρο δερμάτινο που το στολίζανε κάτι ρουμπίνια πανάκριβα. Και εγώ σκέφτηκα τότε, αυτό που σκέφτεστε τώρα και εσείς, την προσβολή που θα έπαιρνα, τι θα ανεχόμουν ακόμη. Κάποια ελπίδα πέρασε τις σκέψεις μου μα, μια άρνηση μου κουνούσε πέρα δώθε το πρώτο της δάκτυλο. Ο ξέξασπρος άνθρωπος μου πέρασε απαλά το κολάρο στο λαιμό μου, χαμογέλασε και κούμπωσε την αλυσίδα επάνω του. Έπειτα πήρε ένα ζευγάρι παρωπίδες που ήτανε κρεμασμένες σε ένα δοκάρι πάνω σε μια σκουριασμένη πρόκα και μου της έσφιξε γύρο απ το κεφάλι. Ακολούθησε με, μου είπε, και εγώ αμέσως υπάκουσα.
Ανεβαίναμε σκάλες για ώρες και ώρες ώσπου τα πόδια μου δε βαστούσανε άλλο, κι ο ξέξασπρος άνθρωπος θα με τραβούσε με μανία κάθε φορά που σταματούσα να πάρω  ανάσα.Κι έτσι εγώ προχωρούσα. Και πέρασε χρόνος πολύς, και το νου μου δεν όριζα. Ο ξέξασπρος άνθρωπος ξάφνου σταμάτησε, έδεσε την αλυσίδα από το κάγκελο της σκάλας και χωρίς να με κοιτάξει μου έκανε νόημα να κάτσω. Την ώρα που έλειπε εγώ τον περίμενα, ούτε η αλυσίδα με ένοιαξε μα ούτε και τα πονεμένα μου γόνατα. Τα μάτια μου έκλειναν, βαριά, μα εγώ με τη βία τα κράταγα. Έπεσα λίγο στο πάτωμα και αποκοιμήθηκα ανάσκελα. Δεν ξέρω μετά από πόση ώρα, την αίσθηση του χρόνου δεν είχα, ένιωσα ένα πόδι να μου ζουλά την κοιλιά Άνοιξα τα μάτια μου και είδα τον ξέξασπρο άνθρωπο να μου χαμογελάει με τα μάτια γουρλωμένα και τα δόντια σφιχτά και τα νεύρα του λαιμού του τεντωμένα τα πέρα.Σηκώθηκα άμεσος. Δεν πέρασε πολύς χρόνος μέχρι που φτάσαμε έξω από μια πόρτα σε ένα από τα πατώματα της κατάλυσης, πιθανότατα το τρίτο, μια ταμπέλα επάνω της έγραφε: Θέσης Α.
Ο ξέξασπρος άνθρωπος μου έβγαλε την αλυσίδα. Ποτέ άλλοτε δεν ήμασταν τόσο κοντά, τα χνότα του ζέγδανε μια μυρωδιά άγριας μέντας. Το δίχως άλλο άρπαξα το πόμολο της πόρτας να ανοίξω.  Τότε κούνησε τους ώμους του σπαστικά σαν να τον έκαιγε κάποιος αόρατος πόνος με μια πυρόβεργα, τσάκισε το κορμί του κι έγειρε εμπρός τόσο που η μούρη του θα ακουμπούσε τα χάμω, οι αγκώνες του έγειραν τα έξω και τα γόνατα του όλο λύγιζαν. Δίπλωνε το κορμί του σε γωνίες άπιαστες.
Ώσπου παραμορφώθηκε τόσο, ξεφούσκωσε δίπλωσε, που σαν ένας φάκελος έγινε. Έπεσε στο πάτωμα στριφογυρίζοντας. Επάνω του έγραφε:Εμπιστευτικών, άκρως απόρρητων.
Τότε και εγώ το πήρα στο χέρι χωρίς δεύτερη σκέψη και στον κόρφο το έκρυψα Άνοιξα την πόρτα της Θέσης Α και μπήκα.
Και είδα αχ Θεούλη μου, ένα χώρο; απέραντο στον ορίζοντά του σκοτάδι. Τσιμέντα παντού γύρο, σκουπίδια εδώ και εκεί, ποντικοκούραδα και γυαλιά, πρόκες ίσες και στραβές και σπαρμένα νερά λιμνάζοντα. Και είδα Ιησού μου κολόνες να βαστούν τα σύννεφα και άγρια πουλιά ριγμένα σε μάχη. Σε μια απ τις κολόνες ήταν δεμένος ο ξύλινος άνθρωπος και τραγουδούσε ένα τραγούδι παράφωνο και δίπλα του πετούσε το θρυλικό βιολί στρατιβάριους σε μια μελωδία παράλογη. Εμπρός μου εστάθει ο άντρας με το σβησμένο πρόσωπο, υποκλίθηκε και μου έκανε αβάντα να περάσω να κάτσω στη μεγάλη τραπεζαρία που αχνοφαινόταν στο βάθος.
Περπάτησα προς τα εκεί και όλο ένα η βουή τον καλεσμένων μεγάλωνε. Πάνω απ την τραπεζαρία ήταν δεμένη τα ανάποδα  μια κυρία γυμνή και παχιά που όλο φώτιζε χαμογελούσε και φώτιζε, στάζαν φωτιές τα μαλλιά της. Κάθισα σε μία απ της άδειες καρέκλες. Γύρω μου κόσμος πολύς να τρώει κρέας και να πίνει από μπουκάλια χρυσά. Το βλέμμα μου έπεσε πρώτα σε μια κοκέτα γύρω τα εξήντα. Τα μαλλιά της είχε δεμένα επάνω με ένα καλοφροντισμένο κότσο και τα στήθια της ίσα που κρύβονταν πίσω από αυτό το βελούδινο φόρεμα. Είχε και τα δυό της τα χέρια μέσα στη λίγδα και φαγιά κολλημένα μέσα στα δόντια της. Με είδε που την παρατηρούσα αμίλητος και αμέσως ξεθάρρεψε. Καλλώπισε την κόμμωση της με τα λιγδωμένα της δάκτυλα και μου έδειξε τα δόντια της και τα κρέατα που ήταν κολλημένα επάνω τους, μουγκρίζοντας και ρουφώντας αέρα απ τη μύτη. Κι όλο πιο απειλητική δειχνόταν να γίνετε ώσπου ανέβηκε μπουσουλώντας στην τραπεζαρία επάνω και ήρθε μέχρι εμπρός μου και σα θηρίο της ζούγκλας μούγκριζε. Μια άλλη γυναίκα πιο δίπλα μου με κοίταξε. Ήταν γλυκιά με παχουλά μάγουλα και κάτι μάτια τεράστια. Τι συμβαίνει, τη ρώτησα και τότε αυτή κουνούσε το κεφάλι της πέρα δώθε, όπως κάνουν τα σκυλιά σα ξυπνούνε, και όλο οι κόρες τον ματιών της επάνω ανέβαιναν και τα σάλια της ράντιζαν αδιάκριτα όπου κι αν έβρισκαν. Και μια μορφή άλλη, κάτασπρη κι αυτή στο χρώμα, με τα μαλλιά της να πετούνε τα πάνω σα βελόνες του πεύκου, στο κεφάλι της τραπεζαρίας μασούσε με το στόμα ανοιχτό σα να δίνει ρυθμό, χοροπηδούσε πάνω στον πισινό της και όλο μασούσε. Κι όλο η μύτη της έτρεχε κι όλο ο βήχας την έπνιγε. Ένας άντρας με κοστούμι και καλοσιδερωμένη γραβάτα, θα σας το πω τι πιστεύω ένας σοβαρότατος κύριος, το κεφάλι του χτυπούσε στο τραπέζι απάνω κι ο φίλος του δίπλα, που τη γλώσσα του είχε απ όξω κι όλο γλειφότανε κι όλο έτριβε τα φαγιά πάνω στο πρόσωπό του, τον έλουζε κρασί από αυτό το χρυσαφένιο μπουκάλι.
Ο άνθρωπος δίχως πρόσωπο πλησίασε την τραπεζαρία, και όλοι οι καλεσμένοι με μιας ξεκινήσαν να φτύνουνε και να του πετούνε στα μούτρα κομμάτια. Ο καλοντυμένος κύριος σταμάτησε να χτυπά το κεφάλι του πάνω στο τραπέζι και με μία απότομη κίνηση κοίταξε τον άνθρωπο με το σβησμένο πρόσωπο για λίγες στιγμές. Σηκώθηκε αργά από το τραπέζι, τότε όλοι σταμάτησαν και σηκωθήκανε γύρο τους,  πλησίασε. Έλυσε τη ζώνη του παντελονιού του και κατέβασε τα βρακιά του. Το πουκάμισό  κρεμόταν απ τη μεγάλη κοιλιά του και κάλυπτε το μόριο του. Τότε χαμογέλασε σήκωσε το πουκάμισο και έπιασε τα αχαμνά του. Κοίταξε όλους τριγύρω σα να έδινε σύνθημα και ξάφνου άρχισε να κουνά το μόριο του πάνω κάτω με βία ουρλιάζοντας . Όλοι τότε, οι επιφανείς, κραύγαζαν και χοροπηδούσαν γύρο τους σαν τα άγρια θηλαστικά κάποιας ζούγκλας.
Ο άνθρωπος με το σβησμένο πρόσωπο υποκλίθηκε και είπε, αφού όλοι σώπασαν, ήταν μεγάλη τιμή μου. Γύρισε το κεφάλι του προς το μέρος μου σα να με έβλεπε, σα να ξέρει που είμαι και όλοι ανοίξαν μπροστά του διάδρομο. Μου ζήτησε αυτό που ήταν δικό του, αυτό που κατ αυτόν ήταν κλεμμένο, αυτό που με πονηρότατο τρόπο του πήρα.
Εγώ καταντροπιασμένος από αυτή την προσβολή έβγαλα από τον κόρφο μου το φάκελο και με το κεφάλι σκυφτό του τον έδωσα.
Δεν έχασε χρόνο τον πείρε, και μετά από την παρατήρηση που μου έκανε,πως τούτη τη φορά μου τη συγχωραεί την κλεψά μου ετούτη, άνοιξε το φάκελο άμεσα
Διάβασε δυνατά: Άμεση εκκένωσης στοπ. Η κατάλυσης βυθίζετε στοπ. Όλοι στης σωσίβιες λέμβους στοπ.
Τότε ακούστηκε ένας δυνατός ήχος μια βροντή συθέμελη και μαζί τους ήρθε και ένας σεισμός πρωτόγνωρος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου