Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014

Το Άλφα Της Αναδρομης. 1

 Η ψιχάλες βαράγαν τους τσίγκους και χοροπηδούσανε χαρωπές πάνω στο βάλτο της πόλης. Τα γατιά, φοβισμένα τρέχανε στις κρυψώνες τους. Λίγος και ο κόσμος έξω. Ρομαντικοί κυρίως, επαρχιώτες της νύχτας. Μέσα στο πούσι, την αγαλία της νύχτας και την αγία υγρασία, προχωρά αυτός. Χαλάει τα λασπόνερα στο πάτημα του. Οι κακοφωτισμένοι δρόμοι βοηθούν να κρύψει την κακομοιριά που του έπεσε κλήρος. Έχει πυκνά μούσια, ένα τσιγάρο σκέτο που ματώνει στα χείλια του και το βλέμμα του γυαλίζει γεμάτο απειλές. Κρατά το χέρι του γροθιά. Συνέχεια. Ραγίζουν τα κρύσταλα στο περασμά του. Είναι επικίνδυνος.Φτιαγμένος για το κακό.

Πάνω απ την πόλη φαίνονται η σκεπές. Οι καπνοί απ της στόφες χαλούν το τέλειο πετώ τους μες τη βροχή (Να, μια κρύα νύχτα, με ξάστερο ουρανό θα έμοιαζε ο καπνός σα να χορεύει το πρώτο βαλς ενός γάμου σε να γλυκό κήπο, δίπλα σε φίλους και συγγενής)Ακούγονται υγρά ποδοβολητά. Βαριές ανάσες και υποψίες βλαστήμιας.
-Εκλάπη το άλφα της αναδρομής! Εκλάπη το άλφα της αναδρομής!Μες 'το σκοτάδι, πίσω από τις κουρτίνες μουρμουρίζει το κύριε Ιησού Χριστέ ελέησε με.

Ύστερα, πίσω από μια πόρτα που ήτανε φτιαγμένη να κλείνει αργά, η ίδια φωνή, σαν ανακοίνωση ειδησεογραφικού πρακτορείου, επαναλαμβάνει τα φριχτά γεγονότα: Εκλάπη το Άλφα της Αναδρομής!

Η αναστάτωσης πολύ. Οι θαμώνες κοιτάζονταν και έδειχναν να επικοινωνούν μεταξύ τους χάρη αυτού του μέθυσου γεγονότος. Μερικοί, ω τι έκπληξη, ψιθύρισαν παίρνοντας θέση. Κουνούσαν τα κεφαλιά τους, σα να λενε ο ένας στον άλλονε ναι, χωρίς να αλλάξουν αχρείαστες λέξεις.Αλλά ο χρόνος είναι μπάσταρδος και το ξεχνάω του εις τους αιώνας των αιώνων. Σε λίγο οι θαμώνες κλείστηκαν στο προσωπικό τους χώρο. Αυτό το ένα επί ένα που αναλογεί στον καθένα τους. Κοιτούσαν γύρο τους με κλεφτές ματιές ανάμεσα στις γουλιές του ποτού τους και της τζούρες από τα τσιγάρα.

Ποιος να έκανε ένα έγκλημα τόσο φριχτό; Όχι εγώ! Ίσως αυτός που στέκει ντροπαλός στη γωνία. Ίσως κανείς μας.Κάλεσαν τον υπαστυνόμο και μερικούς χωροφύλακες. Δε είδαμε ποιος, δεν είχαμε αποφασίσει αν το θέμα έπρεπε να πάρει έκταση, γι'αυτό και εμείς σα διαχείριση δε κάναμε τίποτα.

Αργότερα, συνειδητοποιήσαμε ότι έτσι ήταν καλύτερα, ευχαριστήσαμε την πρωτοβουλία και αρνηθήκαμε να πάρουμε χρήματα για το υπόλοιπο της νύχτας.Η αλήθεια ήταν αυτή: ήξερα μέσα μου το δράστη μα δε θα το πρόδιδα για τίποτα στον κόσμο.
Μια τέτοια πράξη γενναιότητας(προσωπική μου και μόνο η άποψη), μόνο αυτός θα μπόραγε να κάνει. Έτσι σκεφτόμουν, και φίλαγα τη σκέψη μου αυτή σα κάτι άγιο, σα κάτι που θα με έσωνε από τα χέρια της δημόσιας τάξης, των δικαστικών αρχών και των σοφρονιστικών ιδρυμάτων.

Ο υπαστυνόμος, που είχε έρθει ασυνήθιστα γρήγορα, έδειξε να τα χάνει για μια στιγμή από την ακαταστασία του κόσμου και τους αστεϊσμούς που οσο να 'ναι αλάφραιναν το βάρος της παράνομης πράξης. Πράμα που δε θα το ήθελε κανείς αξιωματικός που θα βρισκόταν στη θέση του. Άπλωσε τα χέρια του να δώσει ένα τόνο ηρεμίας, να τραβήξει την προσοχή, κάτι σα νά´βγαζε λόγο.

-Πρέπει να κάνουμε ό,τι είναι ανθρωπίνως δυνατό να βρούμε το δράστη, είπε. Αυτό το απαύγασμα που λοιδορεί το όνομα του ευλογημένο τούτου τόπου. Δε θα σας το κρύψω, αν και αυτό υπερβαίνει το αστυνομικό απόρρητο, τις αξίες μου σαν άνθρωπος και τους όρκους του σώματος, που τους τηρώ τυφλά, αυτοί που με γνωρίζουν προσωπικά μπορούν να επιβεβαιώσουν την αξία μου και την εγκυρότητα μου σαν άνθρωπο και σαν όργανο της τάξης, ότι αυτός ο άνθρωπος, αυτό το ανθρωπόμορφο τέρας δεν είναι κάποιος πρωτάρης στη παρανομία και δη τους βανδαλισμούς νεοκλασικών ωραιοτάτων κτιρίων και τιμίων επιχειρηματιών σα και του λόγου του, είπε ο υπαστυνόμος και έδειξε προς το αφεντικό.
-Μη φύγει κανείς παρακαλώ, είπε με αυστηρό τόνο, μα και με μια κάποια δόση κατανόησης, πρέπει δυστυχώς να μείνουμε όλοι εδώ μέχρι να βρεθεί το Άλφα της Αναδρομής.

Τάχιστα μου είπε να πιάσω το τηλέφωνο, ένα κατάμαυρο παλιό τηλέφωνο με καντράν που λειτουργούσε με κέρματα. Του έριξα μέσα μερικά απ τα δικά μου, να μην καθυστερήσω τη διαδικασία με περιττές φράσης και εντολές όπως: δώσε μου μερικά νομίσματα η ξεκλείδωσε το. Δε με κοίταξε, σκέφτηκα πως ακόμα δε με υποψιάζεται. Φοβόμουν.Ο υπαστυνόμος γύρισε με τα φροντισμένα δάκτυλα του το καντράν. Μετά από ένα λίγο σιωπή ακουστικέ η φωνή του ξανά . Πρέπει να κλείσουμε το κέντρο κύριε διοικητά. Έχουμε πρόβλημα. Χωρίς άλλη κουβέντα έκλεισε το τηλέφωνο και με κοίταξε στα ματιά. Βάλε ένα νεράκι να σε χαρώ, μου είπε σοβαρός με αυτό του το απειλητικό το μουστάκι. Τσακίστηκα αμέσως, δεν ήθελα να του δείξω πως ξέρω.

Μια νεαρή μαθηματικός από ένα χωριό λίγο πιο έξω από την πόλη, ελαφρά μεθυσμένη, με ένα μπλαζέ ύφος έδειξε να στραβώνει λίγο τα σαγόνια της.

-Μα κύριος υπαστυνόμος τι πράγματα είναι αυτά τώρα, θα μένουμε εδώ όλη νύχτα δηλαδή για έναν ανεύθυνο, ένα αλήτη στην τελική; Μας προσβάλλετε, είπε.Ήταν φως φανάρι πως ήθελε να τραβήξει όσο πιο πολλούς μπορούσε με το μέρος της, ήταν ξεκάθαρο. Χρησιμοποίησε άλλωστε πληθυντικό, παλιά στρατηγική και κλασικός τρόπος να σ'αγαπίσει η μάζα.
Ο υπαστυνόμος χαμογέλασε διπλωματικά, είχε την εμπειρία να χειριστεί τέτοιες καταστάσεις. Τα άσπρα του μαλλιά δε θα τον πρόδιδαν.

-Ηρέμησε κούκλα μου, της είπε, δε νομίζω δα να πάρει και τόσο χρόνο. Δεν έχεις τίποτα να φοβάσαι, κανείς σας, δε νομίζω ότι κάποιος εδώ μέσα έχει κάνει αυτό το αποτρόπαιο έγκλημα. Αυτό το παράσιτο έρπετε μέσα στα στενά της πόλης, ψάχνει μια τρύπα να χωθεί, να μη τον βρω. Γιατί ξέρει πολύ καλά τι τον περιμένει όταν τον βρω. Θέλω μόνο να μιλήσουμε λίγο με τον καθένα σας χωριστά. Κάθε λεπτομέρεια θα βοηθήσει το δύσκολο έργο μας.

Η νεαρή μαθηματικός κάθε άλλο μα περίμενε μια τόσο διπλωματική απάντηση από τον υπαστυνόμο. Πόνταρε με την επίθεση της στο να τον κάνει να χάσει την ψυχραιμία του και να επιτεθεί σ'ενα αθώο κορίτσι, έτσι ώστε ο λίγος κόσμος που ήταν εκεί να πίεζε την αρχή να τους αφήσει ελεύθερους. Είχε άλλωστε ένα τρομερό πόνο στα πόδια της που τώρα ξεκίναγε να είν' ανυπόφορος. Το μόνο που ήθελε ήτανε σπίτι. Έστησε το κορμί της λοιπόν σα λαμπάδα στο σκαμπό, ξεφούσκωσε την υπομονή της και συμμορφώθηκε με την κατάσταση.

Ο υπαστυνόμος φώναξε τον αφεντικό και κοιτώντας τον βαθιά στα μάτια του ζήτησε τη συνεργασία του, ένα χώρο να μπορεί, μαζί με το διοικητή όταν αυτός έλθει, να κάνει μερικές ερωτήσεις στους θαμώνες και το προσωπικό. Ο αφεντικός έδειξε να δισάει. Δεν είναι και η καλύτερη φήμη για ένα τόσο δημοφιλή χώρο, όπως αυτός, η παρουσία της αστυνομίας και μάλιστα, που ακούστηκε, να διενεργούνται λέει ανακρίσεις και άλλου τύπου Χριστούγεννα. Στο τέλος όμως υπέκυψε στης βουλές του οργάνου της τάξης. Την ηθική υποχρέωση που πήγαζε μέσα του να βοηθήσει την κοινωνία να γίνει καλύτερη, και την υπόσχεση που έκανε στον εαυτό του λίγο πριν κλείσει τα τριάντα, ότι από εδώ και στο εξής θα 'ναι άρτιος.

Μου έκανε νόημα με τα μάτια και εγώ έτρεξα αμέσως στο μέρος του. Μου είπε: Πάνε πίσω και φτιάξε ένα χώρο να κάνουνε τη δουλεία τους οι άνθρωποι. Καθάρισε λίγο.Δε μου αρέσουν η αντιρρήσεις, και έτρεξα να κάνω αυτό που μπορούσα. Πήγα πίσω στο μικρό αποθηκάκι και έκανα χώρο ανάμεσα στα καφάσια και τα ψυγεία. Τράβηξα λίγο στην άκρη κάτι χαλασμένους πίνακες του παλιού ιδιοκτήτη και έστησα δύο τελάρα αντικριστά. Στη μέση τρία καφάσια μπίρας, έτσι κάτι σαν ένα πρόχειρο τραπέζι. Η ζέστη εκεί μέσα ήταν ανυπόφορη, σου γέμιζε το στόμα και της παλάμες. Επιθεώρησα λίγο το χώρο για να αποφύγω κάποια παρατήρηση η κάποιο πλάγιο βλέμμα. Τότε με ξύπνησε μέσα απ τον κόσμο μου ένας ψίθυρος που ερχόταν από την άλλη μεριά του τοίχου.Το μυαλό μου πρόβαλε την παλιοαυλή που ήταν από την άλλη μεριά. Κάτι χαλασμένα χαρτόκουτα και κάτι σανίδια που είχανε μείνει αμανάτι από την ανακαίνιση. Στη μέση μια γριά λεμονιά.
-Πστ. Ακούστηκε.
-Βρέ; έκανα και εγώ με αμηχανία μπόλικα χωρίς να ξέρω αν μιλώ μόνος μου η αν πράγματι κάποιος με κάλεσε.
-Εγώ είμαι, τι λένε; έχω αποκλειστεί στη παλιά πόλη. Είπε ο Θ.
-Το ήξερα, τόξερα θα 'χουμε μπλεξίματα βρε τι έκανες;

Τότε ο Θ. μου έδειξε από τη χαραμάδα του τοίχου το Άλφα το μεγαλοπρεπές, το σημερινό μήλον της έριδας και αθώο θύμα των περιστάσεων. Ήτανε σαν όλο το σύμπαν, η τόση εξέλιξη μέσα στις χιλιετίες και τα εκατομίρια χρόνια να το έφερε εκεί. Για να το ξηλώσει αυτό το μαχαίρι του μαυροφορεμένου άντρα, και για μένα, να γίνω και γω μάρτυρας και συνένοχος στην πράξη αυτή που η κοινωνία κατάκρινε.

-Φεύγα, του είπα, θα σε πάρουν γραμμή. Και έσφιξα τη γροθιά μου να του δώσω κουράγιο.Την ίδια στιγμή άκουσα την συρτόπορτα να ανοίγει και να μπαίνει μέσα ο αφεντικός και ο κύριος υπαστυνόμος. Με ´κεγε το στομάχι μου από το άγχος μη και μας άκουσαν. Σκέφτηκα ότι όλα παίρνουν τέλος εδώ, θα μας πιάσουν και τους δυο επ'αφτοφώρο και θα πεθάνουμε (πριν προλάβουμε να δούμε μάνα, φίλους και το αγαπημένο μας ξημέρωμα, ποίημα χρωμάτων και νηνεμία πριν την πρωινή κίνηση).

Ο υπαστυνόμος και ο αφεντικός κοίταξαν γύρο τους. Ωραία είπαν με ένα στόμα και τότε εγώ έφυγα. Όλο μου το σώμα κοιτούσε την χαραμάδα και ένιωθα τις κινήσεις του Θ πίσω από τον τοίχο. Ένιωθα τη φωνή του να με καλεί και το χέρι του να προσπαθεί να κρατηθεί απ τον ώμο μου. Ήταν σίγουρα μια τρέλα η πράξη του και ακόμη μεγαλύτερη η συγκάλυψη της από μέρους μου.

Μα τώρα ήταν αργά για πισωγυρίσματα. Τώρα ήμουν υποχρεωμένος να συνεχίσω αυτή την παράνοια, παρά της αξίες μου και την ευθύνη που μου έδινε η θέση μου. Παρά το ποιών μου το καλό το άγιο το ζωοποιώ.Βγήκα έξω από το αποθηκάκι και σέρβιρα αμέσως μια μπίρα και ένα ποτήρι κόκκινο κρασί στα παιδιά που κάθονταν στη γωνία, δίπλα απ το πιάνο.

Τους γνώριζα όλους προσωπικά και είχα μάλιστα πολύ καλή σχέση με τους περισσότερους. Ο ένας από αυτούς, είχε σημάδι ένα βλαντί στο μάγουλο, με κοίταξε με γουρλωμένα ματιά και κούνησε το κεφάλι σα να με ρωτά τα γεγονότα πως έχουν. Την ίδια στηγμή ο Σούλης, που δούλευε πόρτα απο τα δεκαέξι του, κοντά δηλαδή εικωσιτέσσερα χρόνια, αμίλητος, σκληρός σα πέτρα, και με ενα πρόσωπο έκριξη υγείας έκανε ενα βαθύ τεμενά ανοίγοντας την πόρτα στον μεγάλο αρχηγό και πρωτεργάτη της τάξης και της ηθικής. Το μοναδικό δοιηκητή της τοπικής αστυνομίας.Δεν ήξερα τι να πω. Κούνησα το χέρι και το κεφάλι μου και είπα πως είμαστε άσχημα μπλεγμένοι.

Κυριακή, 16 Μαρτίου 2014

Γράμμα απ τα ξένα.


                                                              Κλίμακα δύο


Βορράς                                                                                                              16-03-14



Τι μέρα ευχάριστη. Γεμάτη ξεχείλίξε φως και γέλια. Πλατσουρίσματα και εκπλήξεις. Και στο τέλος της λέει φανερώθηκε ένα κύκλος γεμάτος τέρμα. Από που να αρχίσω τα ευχάριστα. Χορτάτος σαν είμαι απ' το φαΐ και την ένταση της, σαν ένθετο η ψυχή μες το σώμα μου, νιώθω κάθε άκρη του κορμιού μου ν' αστράφτει. Ρε τι λέτε σήμερα! Τι γέλια!

Να, κρατούσα δυο παιδιά στα μπράτσα μου και χόρευα. Σα να πετούσα απ τα χώματα στον ουρανό. Φωνάζανε τραγούδια απροσδιόριστα μου τρυπούσαν τα αυτιά. Η τσιρίδα τους έτρεχε με τα παπουτσάκια της μες το κεφάλι μου και χτυπούσε με τα λερωμένα της χέρια τους τοίχους και τα πατώματα. Έβαλε σε όλα αταξία. Χοροπήδαγε κ' έσπερνε χρώματα. Ρε τι λέτε σήμερα, μια φορά στα χίλια χρόνια συμβαίνει αυτό. Σαν στους μύθους.

Δεν έλειπε τίποτα, δε περίσσευε τίποτα. Ήταν παντού γύρο μου η Ελλάδα σα νύμφη. Ναι ναι χόρευε γύρο μου στ' αλήθεια. Δεν ήταν μόνη όμως. Είν' το παράδοξο που με πέταε στον ουρανό όλο ένα. Είχε πλάι της ξωτικά και πλάσματα του βορρά, που πρώτη φορά βλέπουν τα μάτια μου. Νεράιδες που ματώσαν το γόνα τους και γκρινιάξανε ολοζώντανα. Δράκους να μας φιλούν μαζί τον σπουργίτι.
Αγαπημένοι και χαμογελαστοί. Με τις φωτιές τους και τα κελαδήματα τους.


Υ.Γ.
Έξω η θύελλα θα συνεχίσει όλο το βράδυ. Τα τρένα θα μείνουν στους σταθμούς. Τα βαπόρια το ίδιο.
Κλίμακα δύο. 

Τετάρτη, 5 Μαρτίου 2014

Πρωινή Βόλτα.


Με τυφλώνει ο πυκνός ήλιος της Ελλάδας κάθε φορά που το πρωί, το κάθε πρωινό που είμαι εκεί σαν επισκέπτης, να βρίσκω μια αφορμή συνήθως ψεύδη εκ μέρους μου να φύγω. Να πάω λέει στο βιβλιοπωλείο να προλάβω την παραγγελία που θα έρθει εντός τον ημερών απ την Αθήνα. Κι είναι τόσο αληθινό το ψέμα μου, που βλέπω εμπρός μου  τον τρεμάμενο γλυκό βιβλιοπώλη, να κατεβάζει τα γυαλιά στη μύτη και να μου λέει ορίστε.  Τη φορτωτική μαυρισμένη απ το νέφος της μεγαλούπολης, ταλαιπωρημένη απ τα πολλά χιλιόμετρα, και τα πολλά ταξίδια, με κάποιο Γιάννη να κουβαλάει με τα χέρια το φορτίο.

Άλλες φορές εξαφανίζομαι γρήγορα πριν προλάβει μάνα και μνηστή να κάνουν ερωτήσεις.  Βουή και χαλασμένες καρότσες φορτηγών χτυπούν στο δρόμο Μία γυναίκα φωνάζει κάποια Στέλλα Και η Στέλλα μου έρχεται στο μυαλό  να χοροπηδά, να πέφτει και μετά να την κοροδεύουν τα αγόρια .

Βλαστήμια και τίποτ' άλλο. Μέσα στης κόρνες, τους κάδους που ξεχειλίζουν στο σκουπίδι και τα παλιόξυλα παρατημένα σε να παλιό οικόπεδο στην πόλη. Ποια πόλη; Στάση του ιδρώτα απάνω στο πήχη των χεριών και της παλάμες, βρίζω τον Ιησού και γω με τη σειρά μου, και τη φάρα του(τους ξένους θεούς όλους, τον φιλόσοφο Βούδα και την Κάλι με τα πολλά χέρια, τον Αλλάχ και τις παγωμένες μοίρες του βορρά Ούρντ, Βεαντάντι και το χρέος του ανθρώπου προς το μέλλον Σκούλντ) και σε λίγο όλοι παρέα γελάμε. Στο ίδιο αμάξι συνεπιβάτες, και ο κύριος Ιησούς έτσι νηστικός και δαρμένος και η Κάλι φιλήδονη και αχόρταγη για σάρκα. Αυτός ο χαριτωμένος  Βούδας με τα χέρια του να ιδρώνουνε κι αυτούνου πάνω στα γόνατα, και τις τρις μοίρες να κοιτάζουν παρελθόν μέλλον και τώρα.

Πιάνω της ιστορίες, μόνος μου, και εξηγώ το ποιων μου και ποιος είμαι. Άλλες φορές με ακολουθούν και νιώθω χρέος μου να δείξω, άλλες με αφήνουν μόνο να ησυχάζω. Μέσα στην πρωινή ζέστη, τη αφρατάδα  των μαρμάρων, ο σπουργίτης και αδέσποτα σκυλιά φιλούν το πάω μου και ο ήλιος και η χαρά του με κάνουνε να κοιτάω τα κάτω λόγω του σέβους προς το φως η κάποιας σκέψης άπρεπης λόγο της θέρμης  . Κάνω· μήπως είναι η συνήθεια του τόπου; με τα ματιά τρυπώ τη γη ως τον πύρινα.

Μπερδεύομαι μετά, χάνω το βήμα και πατώ άστατα. Κάθομαι στο μέρος που χασομερούσα σαν έφηβος και καπνίζω τα τσιγάρα ένα πάνω στο άλλο. Αγνοώ το ρόλο μου και την υπόσχεση, που πρόσφατα έμαθα ζβήνει λέει με τα χρόνια.

Μετά, δεν υπάρχει μετά. Το μετά το σβήει το φως κι αυτός ο άνθρωπος που χει στην τσέπη του στριμωγμένες δυο πακέτα οικιακές χαρτοπετσέτες, τραγουδά με τη πιτζάμα του και ξυπόλυτος οργώνει όλους τους δρόμους. Αναποφάσιστος, με ένα μα; στο στόμα μόνιμα ρωτιέται.