Τετάρτη, 5 Μαρτίου 2014

Πρωινή Βόλτα.


Με τυφλώνει ο πυκνός ήλιος της Ελλάδας κάθε φορά που το πρωί, το κάθε πρωινό που είμαι εκεί σαν επισκέπτης, να βρίσκω μια αφορμή συνήθως ψεύδη εκ μέρους μου να φύγω. Να πάω λέει στο βιβλιοπωλείο να προλάβω την παραγγελία που θα έρθει εντός τον ημερών απ την Αθήνα. Κι είναι τόσο αληθινό το ψέμα μου, που βλέπω εμπρός μου  τον τρεμάμενο γλυκό βιβλιοπώλη, να κατεβάζει τα γυαλιά στη μύτη και να μου λέει ορίστε.  Τη φορτωτική μαυρισμένη απ το νέφος της μεγαλούπολης, ταλαιπωρημένη απ τα πολλά χιλιόμετρα, και τα πολλά ταξίδια, με κάποιο Γιάννη να κουβαλάει με τα χέρια το φορτίο.

Άλλες φορές εξαφανίζομαι γρήγορα πριν προλάβει μάνα και μνηστή να κάνουν ερωτήσεις.  Βουή και χαλασμένες καρότσες φορτηγών χτυπούν στο δρόμο Μία γυναίκα φωνάζει κάποια Στέλλα Και η Στέλλα μου έρχεται στο μυαλό  να χοροπηδά, να πέφτει και μετά να την κοροδεύουν τα αγόρια .

Βλαστήμια και τίποτ' άλλο. Μέσα στης κόρνες, τους κάδους που ξεχειλίζουν στο σκουπίδι και τα παλιόξυλα παρατημένα σε να παλιό οικόπεδο στην πόλη. Ποια πόλη; Στάση του ιδρώτα απάνω στο πήχη των χεριών και της παλάμες, βρίζω τον Ιησού και γω με τη σειρά μου, και τη φάρα του(τους ξένους θεούς όλους, τον φιλόσοφο Βούδα και την Κάλι με τα πολλά χέρια, τον Αλλάχ και τις παγωμένες μοίρες του βορρά Ούρντ, Βεαντάντι και το χρέος του ανθρώπου προς το μέλλον Σκούλντ) και σε λίγο όλοι παρέα γελάμε. Στο ίδιο αμάξι συνεπιβάτες, και ο κύριος Ιησούς έτσι νηστικός και δαρμένος και η Κάλι φιλήδονη και αχόρταγη για σάρκα. Αυτός ο χαριτωμένος  Βούδας με τα χέρια του να ιδρώνουνε κι αυτούνου πάνω στα γόνατα, και τις τρις μοίρες να κοιτάζουν παρελθόν μέλλον και τώρα.

Πιάνω της ιστορίες, μόνος μου, και εξηγώ το ποιων μου και ποιος είμαι. Άλλες φορές με ακολουθούν και νιώθω χρέος μου να δείξω, άλλες με αφήνουν μόνο να ησυχάζω. Μέσα στην πρωινή ζέστη, τη αφρατάδα  των μαρμάρων, ο σπουργίτης και αδέσποτα σκυλιά φιλούν το πάω μου και ο ήλιος και η χαρά του με κάνουνε να κοιτάω τα κάτω λόγω του σέβους προς το φως η κάποιας σκέψης άπρεπης λόγο της θέρμης  . Κάνω· μήπως είναι η συνήθεια του τόπου; με τα ματιά τρυπώ τη γη ως τον πύρινα.

Μπερδεύομαι μετά, χάνω το βήμα και πατώ άστατα. Κάθομαι στο μέρος που χασομερούσα σαν έφηβος και καπνίζω τα τσιγάρα ένα πάνω στο άλλο. Αγνοώ το ρόλο μου και την υπόσχεση, που πρόσφατα έμαθα ζβήνει λέει με τα χρόνια.

Μετά, δεν υπάρχει μετά. Το μετά το σβήει το φως κι αυτός ο άνθρωπος που χει στην τσέπη του στριμωγμένες δυο πακέτα οικιακές χαρτοπετσέτες, τραγουδά με τη πιτζάμα του και ξυπόλυτος οργώνει όλους τους δρόμους. Αναποφάσιστος, με ένα μα; στο στόμα μόνιμα ρωτιέται.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου