Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013

Το ημερολόγιο του Αντώνη Φράγκου



Και έτσι, έτσι λίγο πριν το ξημέρωμα και το άγιο φως του ήλιου, μπλεγμένος μέσα σε μυρωδιές από τα νυχτολούλουδα και ήχους από τα τριζόνια, κάτω από τα φουστάνια της αγίας υγρασίας και τα χάχανα τον περαστικών, είναι σκημένος πάνω από το τετράδιο που κρατά για ημερολόγιό ο Αντώνης ο Φράγκος. Γράφει ότι του έχει μήνη στη μνήμη για αυτόν και ότι ζωή έχει πίσω του.

10-04-2013

Η 15η Δεκεμβρίου 2010 είναι η ημέρα που άλλαξε για πάντα τη ζωή μου. Η απόδειξη είναι μια φωτογραφία που βρίσκετε μπλοκαρισμένη σε ένα λευκό εξωτερικό σκληρό δίσκο -δώρο για τα 33α γενέθλια μου- που είναι στριμωγμένος ανάμεσα σε βιβλία πρώτου έτους νοσηλευτικής, κλασικά λογοτεχνικά και διάφορες φωτοτυπίες που θα έπρεπε να βρίσκονται στα σκουπίδια εδώ και αρκετό καιρό.
Δυόμιση μήνες αφού άφησα πίσω μου την πόλη του Πού, για τα μάτια της πόλης του βορρά, με το βάρος του μετανάστη, του αναλφάβητου, του κακόγουστου ξένου στους ώμους μου, ήρθε για να μου πάρει όλη την αφέλεια, την ιδιότητα του γιου της μάνας μου και του καλύτερου γαμίκου που γνώρισε ποτέ η γενιά μου, ο γιος μου. Αυτός που δεν αφήνει την τίγρη και το λιοντάρι από τα χέρια του παρά μόνο για να κοιμηθεί. Συχνά με παρομοιάζει και με το πλαστικό λιοντάρι που κρατά με δύναμη και πείσμα στη χούφτα του η κάτω από τον αγκώνα του αν ασχολείτε με κάτι άλλο παράλληλα . Δεν ξέρω γιατί. Μόνο γελάω.
Η φωτογραφία τραβήχτηκε σε μια στιγμή που η κούραση μου ήταν στο ζενίθ της, τρις τέσσερις ώρες πριν από τη γέννησή του, πριν από το θάνατο του εικονιζόμενου της, αυτού του μπουνταλά, του γιου της μαμάς του. Τέντωσα τα χέρια μου μπροστά από το πρόσωπό μου και πάτησα το κουμπάκι αυτής της ψηφιακής φωτογραφικής μηχανής που είχαμε πάρει δανική από μια φίλη λίγες ώρες νωρίτερα. Ανάμεσα σε φωτογραφίες που απεικόνιζαν αδέλφια σε παμπ να κρατούν υψωμένα ποτήρια μπύρας, γιους να κάνουν γκριμάτσες ή με τα δάκτυλά τους στις μύτες και μεθυσμένες κοπέλες να στέλνουν φιλάκια με μισόκλειστα μάτια ντυμένες επίσημα για κάποιο οικογενειακό τραπέζι η κάποια βραδινή έξοδο, ιδού ο ανεύθυνος που χάνετε ο υπεύθυνος που έρχεται. Η τελευταία απόδειξη ότι υπήρξα και πριν.
Στο δωμάτιο της κλινικλής η μέλλουσα μητέρα ήταν εύθυμη παρά τους πόνους. Περισσότερο μάλλον χάρη στην επισκληρίδιο και τις εισπνοές υποξειδίου του αζώτου που χάριζαν και στους δύό μας τρίλεπτα γέλιου και χαλαρότητας, παρά στην ικανότητά της να μην δείχνει τον πόνο.
-Το πιστεύεις; με ρώτησε. Θα γυρίσουμε σπίτι με ένα μωρό! Είπε και γέλασε με περισσότερη θέληση για γέλιο από άσο πίστευα πως έχει μέσα της εκείνη τη στιγμή.
-Με τίποτα, της απάντησα. Και δεν το πίστευα, δεν μου περνούσε από το μυαλό κι ας δήλωνα περήφανα σε όλους ότι είμαι έτοιμος, κι ας σκεφτόμουν στα κρυφά ότι έχω τα μεγαλύτερα αρχίδια από όλους όσους ποτέ γνώρισα. Το τελευταίο πράγμα που ήμουν ήταν έτοιμος να γίνω πατέρας.
Την κοίταξα στα μάτια και ακούμπησα απαλά την κοιλιά της που ήταν ζωσμένη με παλμογράφους και μετρητές που δεν ήξερα τη μετρούσαν, το μόνο που ήξερα ήταν ότι αν οι αριθμοί που ήταν πάνω σε μια μικρή οθόνη δίπλα από το κρεβάτι ξεπερνούσαν το 65, τότε η γυναίκα μου πονούσε. Όσο αυξανόταν ο αριθμός στην οθόνη τόσο περισσότερο πονούσε.
Μετά από 16 ώρες αναμονής και πολύ μα πολύ υποξείδιο του αζώτου η μαία σε συνεννόηση με την νυν λεχώνα αποφάσισαν, χωρίς καν να με λογαριάσουν , ότι ήρθε η ώρα να δώσουν λίγη περισσότερη πίεση.
-Σπρώξε, είπε η μαία και με κατεύθυνε στο προσκεφάλι της γυναίκας μου.
Ποτέ δεν είχα ξαναδεί πιο κόκκινο άνθρωπο πριν στη ζωή μου. Πίστεψα ότι θα εκραγεί.
Ήμουν πρόθυμος να βοηθήσω, ήθελα μα σα σκεφτόμουν το πώς μόνο ένα τεράστιο ερωτηματικό υψωνόταν εμπρός μου. Δύο ακόμη γυναίκες μπήκανε στο δωμάτιο, όχι βιαστικά ούτε και φοβισμένες, σε αντίθεση με εμένα, αλλά αποφασιστικές και σε εγρήγορση. Μια τρίτη ακολούθησε μετά από λίγο. Τους κοιτούσα όλους με σκοπό να βγάλω κάποιο συμπέρασμα για την εξέλιξη του τοκετού και όλο έλεγα στον εαυτό μου, για να μου δώσω κουράγιο, ότι όλα πάνε καλά. Περίφημα.
Η ένταση στο δωμάτιο αυξανόταν όλο και περισσότερο, το ίδιο και η αμηχανία μου. Κοίταξα κλεφτά έξω από το παράθυρο της κλινικής, είχε αρχίσει να χιονίζει από ώρα και άφησα για μία στιγμή τον εαυτό μου να πετάξει πάνω από τα έλατα, τις μηλιές και τους πλατύφυλλους θάμνους. Πάνω από αυτή την αρχαία ερυθρέλατη που είναι άγιος τόπος προσκύνησης για τους πολίτες της πόλης του βορρά και ανάσανα αυτό τον κρύο αέρα του χιονιά που έπεφτε, να σαν όπως αφήνει κανείς ένα πούπουλο στη νηνεμία. Άηχο, αργό κι αρμονικό.
Ξαφνικά η γιατρός φώναξε Β4. Πάγωσα. Τα πάντα ήταν σε μια σχετική τάξη μέχρι τότε, η μαία έλεγε στη γυναίκα μου κάθε πότε να πιέσει έπειτα μια δεύτερη της είπε σπρώξε με ότι έχεις, μετά η γιατρός της είπε παύση και προσπαθούσε να τραβήξει με τα χέρια της και μετά πάλι σπρώξε, το χρώμα της είχε νόημα, οι μυρωδιές στο δωμάτιο είχαν νόημα τα μηχανήματα τα καλώδια και η δεξιά γωνία του δωματίου που ήταν χτισμένη η τουαλέτα είχε μια λογική. Ακόμα και εγώ σαστισμένος και ανήσυχος-σαν φιγούρα- είχα κάποιο νόημα. Αυτό το Β4 όμως ήταν κάτι που δεν θα έπρεπε να είναι εκεί.
Μετά από 5-6 λεπτά αφού είχε ακουστεί αυτό το ασύμφωνο Β4 βρέθηκα στο χειρουργείο ντυμένος με μία πράσινη χειρουργική φόρμα-ένας παλιάτσος βγαλμένος από άλλους καιρούς- και χαιρετούσα τη γυναίκα μου που την κύκλωναν πια, γύρο από το χειρουργικό τραπέζι, γιατροί και νοσοκόμες.
Της χαμογέλασα και της είπα καληνύχτα. Εκείνη έδειχνε να έσβηνε.
Μία από τις νοσοκόμες με ρώτησε αν νοιώθω καλά. Ήταν πια εμφανές σε όλους ότι δεν έμοιαζα να είμαι και ιδιαίτερα καλά. Της έδειξα με το δείκτη του αριστερού μου χεριού μια βρύση που ήταν στο χειρουργείο και τότε αυτή αφού με χτύπησε φιλικά στην πλάτη μου έφερε ένα ποτήρι νερό, αμέσως και δεύτερο. Ο χειρούργος συνέστησε να περιμένω λίγο πιο δίπλα από το χειρουργείο.
Η παιδίατρος, μια νέα γυναίκα με μαύρα μαλλιά πιασμένα κότσο και φινετσάτα άσπρα δάκτυλα έβαλε τα γάντια της και μου είπε να μην ανησυχώ.
-Είμαι παιδίατρος, είπε, στο χειρουργείο είναι ένας γυναικολόγος και ακόμη ένας καρδιολόγος. Είμαστε γιατροί, όλα θα πάνε καλά. Τότε χαμογέλασα και ήπια απ το πλαστικό ποτηράκι λίγο ακόμη νερό και αυτή τη φορά γέμισα μόνος μου.
Ακούστηκαν κλάματα, το πρώτο φως, ο πρώτος φόβος.
Μετά από λίγες στιγμές εμφανίστηκε η πρώτη μαία που συναντήσαμε κρατώντας ένα μοβ μωρό. Το ακούμπησαν στη ζυγαριά, του ρούφηξαν τα υγρά από στόμα και τη μύτη με μία σύριγγα χωρίς βελόνα, το σκούπισαν απ τα αίματα και το αφουγκράστηκαν με ένα στηθοσκόπιο στο στήθος. Του έβαλαν μια πάνα και ένα σκούφο από γάζες, δεν ξέρω γιατί.
Έπειτα μου είπαν να βγάλω την μπλούζα μου για να νοιώθει κοντά μου και μου το έδωσαν. Τι να το κάνω; Δίστασα. Δεν ξέρω εγώ από αυτά, σκέφτηκα μα άπλωσα τα χέρια μου ενστικτωδώς. Τον κοίταξα, έμοιαζε με πολλούς, τον πατέρα μου και τη μητέρα μου το ίδιο και με τον πατέρα και την μητέρα της μάνας του, τους παππούδες μας. Δε θυμάμαι ακριβώς τι έβλεπα, αλλά θυμάμαι ότι οι πληροφορίες που έπαιρνα ήταν εκατομμύρια, και ο χρόνος που πέρασε σχεδόν μηδέν.
Τον ακούμπησα στο στέρνο μου και έγειρα το κεφάλι, έκανε έτσι με τη γλώσσα του να βυζάξει με κλειστά μάτια και εγώ έκλαιγα και γελούσα. Μπροστά μου ήρθε ο γυναικολόγος και με συγχάρηκε, γύρισα το κεφάλι και προσπάθησα να μιλήσω μα τίποτα. Άχνα. Έδειξε να καταλαβαίνει τη σύγχυση μου και γύρισε να φύγει. Τότε πετάχτηκα πάνω, δε με χουν μάθει έτσι στο σπίτι μου, και του ακούμπησα την πλάτη, γύρισε. Ευχαριστώ του είπα, μειδίασε έσφιξε λίγο τα χείλη του και έφυγε.
Η επόμενη ώρα μας βρήκε, εμένα και το μικρό, στο ίδιο δωμάτιο του τέταρτου ορόφου. Με αυτό το μεγάλο κρεβάτι δίπλα από το παράθυρο και ένα φθηνό κομοδίνο πλάι του. Κάτσαμε σε μία πολυθρόνα που ήταν στη γωνία απέναντι στο κρεβάτι. Ρούφηξα μια τζούρα χλιαρό καφέ που μου είχε φέρει η νοσοκόμα από ώρα και θυμήθηκα ότι είχα ακούσει ότι στα μωρά αρέσει το τραγούδι και έτσι προσπάθησα να πω ένα, δεν ήξερα ποιο και ντρεπόμουν, μα τελικά ξεκίνησα. Μπέρδευα ποιήματα και ροκ, παραδοσιακά και νανουρίσματα, αλλά συνέχιζα όλο συνέχιζα. Είπα και ύμνους αθλητικών ομάδων και χαμογελούσα, γελούσα και ένοιωθα το ζεστό του κορμί στο δικό μου. Η ώρα περνούσε και με ζώσανε άγριες σκέψεις, η μάνα του δε φάνηκε, μόνο μια νοσοκόμα μου έφερε καφέ πάλι και με ρώτησε αν είμαι καλά. Πήγανε κιόλα τρις ώρες.
Και κάθε λεπτό που περνούσε ήταν βαρύ είχε διαφορετική σημασία, το κυλάει του έβαλε το μανδύα της ανησυχίας, και όλο μια φράση γυρόφερνε μες στο κεφάλι μου. Σαν το σκορπιίο γυρνούσε επικίνδυνα, κρυβόταν κάτω από πέτρες-και εγώ ήξερα ότι είναι εκεί- έτοιμη να με κεντρίσει.
-Πού είναι; Ψιθύρισα μόνος μου. Βγήκα στο διάδρομο κρατώντας το νεογνό στην αγκαλιά μου. Δεν ένοιωθα σχεδόν το βάρος του. Ο διάδρομος ήταν μακρύς με φεγγίτες στην οροφή του σε απόσταση ο ένας από τον άλλο περί το ένα σαράντα, έξυπνα τοποθετημένους. Τα χρώματά του κιτρινοπράσινο και άσπρο αλλά όχι φανταχτερά μάλλον ουδέτερα, λίγο πιο κάτω ήταν ακουμπισμένος ένας ψέκτης που πίνει κανείς νερό και δίπλα του μια καρέκλα. Προχώρησα κατά μήκος. Παρατήρησα τα λουλούδια που ήταν πάνω στο τραπεζάκι δίπλα από το δωμάτιο 46. Ήταν μαραμένα. Λίγο νωρίτερα, είμαι σίγουρος, τα είχα δει ανθισμένα και φρέσκα. Κι όσο τα κοίταγα, τώρα,
τόσο αυτά μαραίνανε τόσο νύχτωνε ο ουρανός. Τα κακά μαντάτα μετά έφθασαν.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου