Τρίτη, 14 Μαΐου 2013

Το ημερολόγιο του Αντώνη Φράγκου(μέρος δεύτερο)


Κατέβηκα της σκάλες αργά με τα πόδια μου να με πονούν έτσι που ήτανε πρησμένα και άπλυτα. Αργά και νυσταγμένα, κι ο ήλιος με βάρηκε θερμός μες 'το πρόσωπο. Ανασηκώθηκε το κορμί μου, γιγάντωσα αμέσως στην πρώτη αχτίνα που με βρήκε στο μάγουλο, και τα μάτια μου άνοιξα. Κοίταξα την πύρινη μπάλα, ευθεία με θάρρος μέχρι που πόνεσα, αλλά εκεί το πείσμα, μάτι δεν πήρα μέχρι που έπαψα να βλέπω τις φιγούρες γύρω μου. Ένα άπειρο σεντόνι, σχεδόν θεϊκό, θερμό φωτεινό, πάλλεται εμπρός μου. Ξετινάζει από πάνω του τόσα αστέρια που οι αριθμοί δε μπορούν να μετρήσουν.
Ούρλιαξα το όνομα του Θεού δυνατά.
-Ξημέρωσε θεέ μου η μέρα! -είπα-Φως! Φως!

Νόμισα, άκουσα τη μάνα μου να με φωνάζει. Ξαφνιάστηκα! Ψάχτηκα! Κοίταξα γύρο μου και έκανα το σταυρό μου, μια πάνω μια κάτω δεξιά αριστερά, κι έπειτα φτίθηκα στον κόρφο μου τρις φορές. Μια, δυο, τρις. Έκατσα στο τελευταίο σκαλί που βγάζει σ' αυτό το κουζινάκι που έχω να φτιάχνω φάι και καφέ. Οι ψίθυροι με τριγυρίσανε πάλι, αργόσυρτοι και αδιάκριτοι:
-Αντώνη; με ρώτησαν αχνά ξανά και ξανά, που βρίσκεσαι Αντώνη; Που είσαι βρ'Αντώνη;Αντώνηηηη... Άλλοτε σιγά πολλές φωνές η μια πάνω στην άλλη σαν ένα πρελούδιο χαμένο μέσα το άπειρο, άλλοτε δυνατά και κοφτά σαν ένα αξιωματικό που δίνει παραγγελία στο τάγμα του.

Μέχρι που με πήρε ένα ρίγος ατέλειωτο και οι φωνούλες πήραν μορφή μες το δωμάτιο, εκατομμύρια φτερωτές απειλές, σε μια στιγμή, και μετά αμέσως στο δεύτερο χάθηκαν.
Τέντωσα τη ραχοκοκαλιά μου και πέρασα τις παλάμες και τα δάκτυλά ανάμεσα στα μαλλιά μου να χτενιστώ, να μην έχει να πει κανείς λόγο κακό, να μη με σιγοτρώνε οι ψίθυροι, να μη μου γκρινιάζει η μάνα μου. Μήπως μου φέρει πίσω ο θεός τη γυναίκα μου, μη μου φέρει ο θεός να δω το παιδί μου. Σουλουπωμένος και κύριος, καθαρός, χτενισμένος, πλυμένο. Έτσι όπως είναι όλοι οι άρτιοι άνθρωποι.

Κοίταξα λίγο τα δάχτυλά των ποδιών μου. Μια επιθυμία με έπιασε εντελώς αδιόρθωτη, κοίταξα γύρο μου μη με κρυφοκοιτάει κανένας. Αφουγκράστηκα μήπως μιλούν οι φωνούλες. Τίποτα, ούτε κοιτάγματα ούτε φωνούλες.
Έγειρα λίγο εμπρός και πήγαν να τρέξουν τα σάλια μου. Ρουφήχτηκα με όση δύναμη είχα.
Και άρχισα μανιασμένα ένα σκάλισμα αδιάκοπο, έβγαλα τη μαυρίλα που είχα ανάμεσα στα δάκτυλα των ποδιών μου και δώστου συνέχισα μέχρι που μάτωσα. Χάρηκα και μούγκρισα σα το ζώο της στάνης. Έφερα τα χέρια κοντά στη μύτη μου και -ααααχχ- οσμίστηκα, πείρα ανάσα βαθιά
Έτριψα τα πόδια μου τα πρησμένα, τα βρόμικα για άλλη μια φορά μα πιο μαλακά τώρα, σχεδόν ερωτικά.

Και πάλι ανάσανα απ τη μύτη τις μυρουδιές και τη θέρμη του ήλιου.
Ω! μα; ω! Τι ευχαρίστησης, τι αφθονία τι ζέστη.
Έτριζε το ξύλινο πάτωμα στο περπάτημα μου και εμένα μου άρεσε. Χοροπήδησα ασύγχρονα μια δυο φορές να αλλάξω τους παλμούς της καρδιάς μου. Το πέτυχα.
-Αντώνη, τι κάνεις βρε Αντώνη; Αχνοφάνηκανε και πάλι οι φωνούλες. Κατάπια ξερά και μου είπα στο κεφάλι μου μέσα: Αντώνη μην ακούς, μην ακούς χαζομάρες.

Έβγαλα τα απαραίτητα απ το ντουλάπι να ψήσω καφέ. Καφέ γλυκό απαραιτήτως με οχτώ κουταλιές ζάχαρη και τρις πετιμέζι. Κάηκα δύο φορές μόνο, σιχτίρισα, έβρισα, φώναξα και μετά παρακάλεσα το θεό για συχώρεση. Όχι μια φορά αλλά τρις. Του είπα:
-Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησέ με, συχώρα το λάθος μου, σχώρα με θέ μου δε το 'θελα.
Έσκυψα ταπεινά το κεφάλι και σαν πετραχήλι αόρατο οι φωνούλες με κάλυψαν.
-Συγχωρεμένος Αντώνη, συχωρεμένος να είσαι. Να προσέχεις όμως Αντώνη μου και τέτοιο λάθος ποτέ να μην κάνεις.
Έσφιξα τις γροθιές και τα ματοτσίνορα μου και έσκουξα ένα αργό σμμμμμ. Ήταν η λύτρωση της συγχώρεσης που με έσπρωξε στα άκρα. Ήταν ο θεός ο ίδιος που μίλαγε

Μέχρι της έντεκα παρά είχα πγεί τον καφέ μου και είχα καπνίσει πέντε με έξι τσιγάρα. Έξω από την πόρτα μου με περίμεναν, όπως κάθε μέρα, δύο δέματα εφημερίδες που ξεκινώ να τις μοιράζω στις έντεκα ακριβώς ούτε λεπτό πιο μετά. Η συμφωνία είναι συμφωνία στις έντεκα είπαμε. Αν και ο εκδότης του Πρωινού τύπου, ο Απόστολος Ζήσηλας, μου είχε πει επί λέξη:
-Αντώνη μου εκεί κατά τις έντεκα εντεκάμιση ξεκίνα πασάκο μου και μοίραζε τις εφημερίδες.
Και γω, τότε που κάναμε την κουβέντα στο καφενείο του ξένου, του χα πει φανερά ενοχλημένος από την ανευθυνότητα που έδειχνε στο ωράριο διαμοιρασμού του Πρωινού τύπου.
-Άκου να δεις Απόστολε, όλα κι όλα, έντεκα ή εντεκάμιση; Εμένα άμα αργό μου φωνάζει η μάνα μου.
Και συμφωνήσαμε τότε ότι θα ξεκινάω στις έντεκα, αυστηρότατα έντεκα.

Φόρτωσα τα δύο δέματα πάνω στο ποδήλατο μου και καβάλησα την κατηφόρα. Εφημερίδεεεεε φώναζα χαμηλότονα.
Πετούσα δεξιά αριστερά τις φυλλάδες όπως πετάν ροδοπέταλα οι παρθένες στους γάμους,
και εκεί λίγο πιο πριν το μεγάλο ίσωμα της πλατείας έβαλα στόχο, δίχως να με δει απολύτως κανένας, μια γάτα. Αστόχησα, διάολε είπα.
Και με βαράει μια ζάλη, μια τρικυμία και οι φωνούλες ξεκινούν να ουρλιάζουνε και να με στριμώχνουνε άσπλαχνα.

-Τι έκανες πάλι Αντώνη; πάλι θάλασσα τα έκανες πάλι αμάρτησες; ουρλιάζαν χιλιάδες φωνούλες. Μέσα από όλα τα σπίτια, ανάμεσα από τις φυλλωσιές. Όλοι οι άνθρωποι με κοιτούσαν και ούρλιαζαν:
-Αμαρτία Αντώνη, ονόμασες τον εξαποδό Αντώνη, ντροπή, αμαρτία Αντώνη! Θα σε φάει ο σατανάς που ονόμασες θα σε κατασπαράξει το θηρίο της κόλασης.

Σάστισα, σφίχτηκα, δάκρυσα. Θα με κατασπαράξει το αιμοσταγές θεριό, σκεφτικά.
-Που να πέσω να προσευχηθώ να ζητήσω συχώρεση; Που να πλύνω την αμαρτία μου; Που να σώσω τη ζωή μου;
Μπροστά μου απλώθηκε η μεγάλη πλατεία της πόλης του Πού, καβάλησα πώς και πώς το πλακόστρωτο και είδα εμπρός μου την πηγή που θα πλύνω την ψυχή μου, αυτό το αριστούργημα
(όπως το ονόμασε ο πρώτος άντρας της Πόλης, την ημέρα των αποκαλυπτηρίων) που είναι λαξευμένο από έναν άντρα τεράστιο από ένα καλλιτέχνη θεόρατο το Νίκο τον Κοραή, το ναυάγιο που στολίζει την πλατεία της πόλης του Που.

Έριξα το ποδήλατο κάτω πώς και πώς και γονάτισα εμπρός στην εξαίσια πέτρα. Έτριψα τη μούρη μου επάνω της να πονέσω, να πληρώσω πίσω την βλαστήμια μου και να εξαγνίσω το κορμί μου.
Οι φωνούλες όλο και μειώνονταν σε ένταση και τώρα μου λέγανε ήρεμα:
-Έτσι Αντώνη, μπράβο Αντώνη. Βγάλε τη βρώμα από πάνω σου δώσε μας λίγο αίμα, το αίμα σου.

Στάθηκα στα γόνατα έκανα το σταυρό μου και φίλησα το ναυάγιο εκεί που είχα αφήσει την αμαρτία μου. Ύψωσα τα χέρια στον ουρανό και ούρλιαξα το όνομα του θεού. Κοίταξα εκείνη την πύρινη σφαίρα που γύρω της σέρνει βράχους και πάγους και μέταλλα Από εποχές που δεν έχει δει ποτέ άνθρωπος. Ταξιδεύοντας μίλια και μίλια ατελείωτα. Ρίχνοντας αυτό το φως το αλύγιστο πάνω μου ασταμάτητα, αλύπητα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου