Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2013

Ο μικρός και ο κορκόδειλος.




Δεν ξέρω τι διάολο με έπιασε και δε μπορώ να καταλάβω τι συμβαίνει. Δεν έχω αυτιά νακούσω και τα μάτια μου χάσαν το βλέπω τους. Δε θυμάμαι πολλά απ το πριν, μόνο, μόνο πως τραγουδά ο κορκόδειλος θυμάμαι καθαρά. Οδηγούσα λέει. Δε ξέρω άμα ήτανε όνειρο η κάποιο αστείο, είμαι σίγουρος πάντα ότι έμοιαζε κάπως, η κάτι λίγο πιο κοντά σε ζωή Οδήγαγα  με το γιο μου πλάι να κάθετε σε να καρεκλάκι αμαξιού. Ταξιδεύαμε λέει μέσα στα βόρεια δάση, στα καταπράσινα, με αυτό του λουλακί αυτοκίνητο.  Βότσαλα τεράστια  ήταν κριμένα μες τα δέντρα και κάτι  μικρούλες ακρίδες πηδάγανε πλάι μας σα να μας ακολουθούν.
 
Νομίζω, ότι μέσα από τους ήχους της πιπίλας που βύζαινε, μοιάζαν τα μάτια του να ακολουθούν  τα τοπία που φεύγανε γρήγορα γύρο μας και αυτές τις αστείες ακρίδες να πηδάνε ξοπίσω μας.

Γύρισε και μου χαμογέλασε και αμέσως χωρίς να περιμένει κάπγοιο αντίκρισμα κοίταξε έξω. Δεν είχαμε, ούτε εγώ ούτε αυτός, κάψα για πάρλα. Εγώ ποτέ μου δεν είχα. Αυτός ελπίζω να έχει όταν θα γίνει μεγάλος. Άνοιξα το ράδιο και έβαλα ειδήσεις. Η ώρα πλησίαζε δώδεκα. 

Η παραγωγός εκφώνησε τις ειδήσεις της μέρας. Κάπου άκουσα τις λέξεις Ελλάδα, λεφτά και μια φράση περιληπτική της άσχημης κατάστασης κάτω. Μέσφιξε η καρδιά μου και τα χείλια μου. Παραλίγο δε να ξεχάσω το δάσος αυτά τα τεράστια βότσαλα και τις χαριτωμένες ακρίδες. Και μέβαλε για λίγο το κεφάλι μου να φωνάζω και γω πλάι στους δασκάλους, τους επιστάτες και τους μαθητές. Έφυγες είπα. 


Αφήσαμε το αμάξι σε μια καβάτζα παράλληλα με ένα επαρχιακό δρόμο και πήγαμε λίγο περπάτημα μέχρι τη λίμνη. Πίσω μας είδαμε τις ακρίδες να τρέχουν το δρόμο τους και να μας χαιρετούν χοροπηδηχτά. Ο μικρός πήγε να πει και του τράβηξα την βυζανιάρα απ το στόμα. Την έβαλα στην τσέπη. Θάλασσα είπε. Και με χαστουκίσανε όλα τα κύματα του αργολικού κόλπου μαζί. Μου κάψε η άμμος τα πόδια μου και το ρίγος με πήρε συθέμελα. Θες να πάμε στη θάλασσα ρώτησα. Κι αυτός κούνησε το κεφάλι καταφατικά. Θα πάμε είπα και συμφωνήσαμε και γω και αυτός με μια σιωπή.

Περπατήσαμε για λίγο δίπλα από τη λίμνη που ναι στο δάσος και μετά συμφωνήσαμε να πάμε πίσω στο αμάξι. Κουραστήκαμε και οι δυο μας από το ποδαρόδρομο και μου ζήτησε να τονε πάρω στην πλάτη. 

Στο δρόμο πίσω όλα μοιάζανε αλλιώτικα. Τα τεράστια βότσαλα χάθηκαν και στη θέση τους ήταν αγριόχορτα και καλοβαμένες άσπρες γραμμές του επαρχιακού δρόμου. Το ράδιο έπαιζε ένα γλυκοτράγουδο του James Blunt και αυτό το ατελείωτο βόρειο δάσος, τώρα ήμουν σίγουρος, θα τελείωνε σύντομα.

Ο μικρός με κοίταξε και ξεφώνισε την ιδιότητα μου δυο τρις φορές μέχρι να με προσγειώσει στο κόσμο. Κορκόδειλος μπαμπά είπε. Που ναι ο κορκόδειλος Σταύρο; Και μου δειξε το ραδιόφωνο και αυτόν το τραγουδιστή που μόλις είχε χάσει την ανθρώπινη του υπόσταση και είχε γίνει ένας πράσινος αιμοβόρος κορκόδειλος, που δε του αρέσουν τα χάδια.

 

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2013

Η Πόλη της Φωτιάς(μέρος πρώτο)






Εκεί, στη μέση της πέτρινης έρημος απλώνετε η μητρόπολης, η άλλοτε υπερδύναμη ανάμεσα στης τέσσερις πόλης, τώρα ένας νεκρός μύθος, ένα άδειο γιγάντιο κουφάρι από τσιμέντο και σίδερο.
Εκεί που στο παρελθόν υψώνονταν δέντρα, ανάμεσα στα πανύψηλα κτίρια (σαν κι αυτά που ξύνουν τη κοιλιά του ουρανού) υπόγειες συγκοινωνίες, κίνηση αυτοκινήτων, λωρίδες για τα δημόσια λεωφορεία, ποδήλατα, πολυπολιτισμικά εστιατόρια και μεσιτικά γραφεία. Μουσικά στέκια, θέατρα, γήπεδα και σχολεία ξεπετάγονταν μέσα απ τα δέντρα και το πράσινο και τα νερά και τις λίμνες που ητο σπαρμένες μες την Πόλη της Φωτιάς.
Κι ο ουρανός, αυτός ο ουρανός απλωνόταν κι αυτός σαν μια γέφυρα για το αλλού και χαιρότανε με την ακμή της.

Φασαρία έκανε ο κόσμος της. Φωνές και γρήγορος ρυθμός στο περπάτημα έξω από καταστήματα ρούχων, μικρών καφέ και κέντρων αλληλεγγύης.

Μα αυτά ανήκουν στο πριν. Τα κτίρια της πόλης ξεφυτρώνουν τώρα μέσα από μια ομίχλη κάτασπρη, και τα δέντρα που στέκουν στο πλάι τους σαν καμένα σπίρτα είναι κατάμαυρα. Τα αγριόχορτα κάλυψαν τους δρόμους της και τα αμάξια εδώ και εκεί μοιάζουν έτοιμα να μπουν και πάλι σε κίνηση. Μα αυτό είναι μόνο μια ψευδαίσθηση που φτιάχνει η θέση τους. Αφημένα σα να ήταν ξαφνικά από τους οδηγούς τους, σα να έτρεξαν να ξεφύγουν από το μεγάλο κίνδυνο που έσφιγγε γύρω τους. Καταστήματα με ρημαγμένα καθίσματα και σπασμένες τζαμόπορτες, διαμερίσματα ακατάστατα με οτι αστικό χρειάζεται πεταγμένο αδιάκριτα χάμω και της δημόσιες υπηρεσίες σφραγισμένες με μολιβδοσφραγίδα και ξεθωριασμένη τη δικαστική εντολή.

Τώρα έχει επιβληθεί η σιωπή. Δε σαλεύει  πράμα, ούτε κάποιος βιάζεται να πάει στη δουλειά του. Δεν έχει έγνοια ο καφετζής μη και χυθεί ο καφές του, και ο πωλητής ασφαληστιρίων ζωής να ανακαλύψει καινούριες στρατηγικές πώλησης.


Βρέχει στην Πόλη της Φωτιάς. Αργά και σταθερά πέφτουν οι ψιχάλες η μια πίσω απ την άλλη, η μία πάνω στην άλλη. Μουσκεύουν τις στάχτες και μια παιδική ζωγραφιά που είναι σκόρπια έξω από τον παιδικό σταθμό της οδού 46. (Πρέπει εδώ να σας πω ότι οι δρόμοι στην πόλη της Φωτιάς ονομάζονταν με αριθμούς. Για παράδειγμα ο παιδικός σταθμός που εξυπηρετούσε τη περιοχή Άλσος στεγαζόταν στην οδό 46 αριθμός 4).
Είναι ζωγραφισμένη από την Χλόη. Κόρη της Ζωής και του Νίκου που έζησαν σε ένα άνετο διαμέρισμα κάπου στο άλσος(περιοχή αρκετά μακριά από το κέντρο της πόλης, εκεί κατοικούσαν πολλές οικογένειες και λίγοι συνταξιούχοι). Η Χλόη είχε γυρίσει εκείνη τη μέρα χαρούμενη από το σταθμό χοροπηδώντας και κουνώντας τη ζωγραφιά να την δείξει στη μαμά που περίμενε στο σπίτι μαγειρεύοντας. Ο Νίκος και η Ζωή την βοήθησαν να βγάλει τα παπούτσια της και τη ζακέτα της. Να πλύνει τα χέρια της και να καθίσει σε αυτό το κάτασπρο καρεκλάκι δίπλα από το τραπέζι της κουζίνας. Το δίχως άλλο η Χλόη ξεκίνησε να εξηγεί τη ζωγραφιά της καθ όσο οι γονείς της χαμογελαστοί έστρωναν το τραπέζι για φαΐ.
Έδειξε το μπαμπά, τη μαμά και μια στρουθοκάμηλος που στεκόταν λίγο πιο δίπλα τους.
Και απόρησαν και οι δυο γονείς με αυτό το μεγάλο μπαλόνι που αιωρούνταν στο βάθος πιο πίσω τους.
Μα η Χλόη δεν άφησε καμία ερώτηση αναπάντητη. Τους τα εξήγησε όλα αυτονόητα.

Και γεμάτη χαρά τρεχογύριζε από την κουζίνα μέχρι το καθιστικό, μέχρι που οι γονείς ένιωσαν την έγνοια και τον κίνδυνο να τους σμπρώχνει κατάμουτρα. Μα τίποτα δε συνετούσε τη Χλόη απ τη μέθη της. Τίποτα δε σταμάτησε αυτή τη ροπή της να κατοικεί μόνιμα σ' αυτό το μεγάλο μπαλόνι μαζί με αυτή την άσχημη στρουθοκάμηλος και τους δύο γονείς της.

Βρέχει στην πόλη της Φωτιάς. Η βροχή μουσκεύει τώρα αυτήν την παιδική ζωγραφιά και κάνει τα χρώματά της όλο ένα να σβήουν μαζι με το νερό ανάμεσα στης χαραμάδες του δρόμου και να στάζει σταθερά, το χρώμα τους το άλλοτε ζωηρό, στις αποχετεύσεις της πόλης.

Δύο κορμιά, μια γυναίκα και ένας άντρας, είναι ξαπλωμένα στο κέντρο της πόλης της Φωτιάς. Κοιτούν ο ένας τον άλλο. Τα πρόσωπά τους είναι κοντά και τα κορμιά τους δείχνουν να αναπνέουν. Η γυναίκα παρατηρεί το νερό που κυλά στο πρόσωπο του άντρα. Οι σταγόνες πέφτουν ασταμάτητα και φτιάχνουν μικρές εκρήξεις στα μαγουλά του και στους κροτάφους του. Όσο για τη μεριά που είναι πατικωμένη στο δρόμο, λασπωμένη είναι και βρόμικη. Γύρο τους τα κτίρια παρατηρούν επιβλητικά και με δέος.

Η γυναίκα σηκώνετε και περπατά αργά. Σαν να έκανε τη βόλτα της σε αυτή την Πόλη, στην ακμή της, σαν κάποιος επισκέπτης σε καλοκαιρινές διακοπές η κάποιος που είχε μόλις βρει μια δουλειά και μετακομίσει εκεί.
Προχώρησε την οδό 4 πέρα μέχρι τη διασταύρωση με την οδό 13. Πάνω στο κορμί της η βροχή έδειξε να σταματά. Ο άντρας γύρισε ανάσκελα στο δρόμο και έβηξε έτσι άρρωστα. Σα να ήθελε να βγάλει από μέσα του ένα κακό δαίμονα.
Κοίταξε τον ουρανό που σκοτείνιαζε και τη βροχή που λάβαινε τέλος μέσα από τους ουρανοξύστες της πόλης. Πάτησε στα πόδια του και κοίταξε τη γυναίκα να χάνετε πίσω από τη γωνία του τετραγώνου. Ξεκίνησε και αυτός αργά να ακολουθεί τα χνάρια της που φαίνονταν ξεκάθαρα στα λασπωμένα μέρη του δρόμου.









Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013

Οι Δυο




Περπατάγαν κι δυό ανάμεσα στα φουντωμένα αγριόχορτα και τα καλάμια. Γύρο βούιζε ο τόπος ολος. Έτσουζε η τσουκνίδα όπου ακούμπαγε και τα όρνια γυροφέρνανε πάνω από την καυτή έρημος. Η ζέστη βαρούσε κατάλευκα τη Σοφία, και οι δύο το δρόμο τους.

Στάθηκε ο πρώτος και κοίταξε τα έντομα. Σταμάτησαν όλα. Ήρθε η άπνοια να τα παύση όλα εκτός απ τον ήλιο. Ο δεύτερος δε σάλεψε, είχε παγώσει το αίμα του. Κάποιες απ της μέλισσες στάθηκαν στο μάγουλο του και άλλες στα χέρια του. Άλλες πετούσαν αόριστα γύρο τους. Και σπάνια λίγες, που ήταν από της άλλες περισσότερο αδιάφορες, γλείφαν το νέκταρ που κυλούσε άφθονο μες τα μπουμπούκια.

Κράταγε γερά και κόλλαγε το πιγούνι με τα μούσια του ανάμεσα στα σίδερα. Μες τα τσιμέντα, κλεισμένος στενά. Έμαθε να κοιτά έξω μόνο από της γωνίες που του έδειχνε το παράθυρο του κελιού του. Έπαψε να μιλά στους περαστικούς, να ακού την καμπάνα και να μυρίζει το ψωμί. Νόμιζε έγινε μέλισσα που πέταγε 'δω και 'κει να μαζέψει το νέκταρ. Όλες της μέρες του χρόνου. Ποιος λόγος να τον έφερε εκεί;

Ντόρος πολύς για αυτήν την κατάσταση. Κουβέντα που άναψε για μερικές εβδομάδες από την πιο μικρή αυλή και μποστάνι μέχρι και την λειτουργία της Κυριακής. Το όνομα του παντού και η ιδιότητά του το ίδιο. Πήραν απόφαση και τον ρώτησαν, ήταν περίεργοι να δουν το κάτι δεν πάει καλά του.

Ορίζοντες είπε αυτός. Μήκη και πλάτη, ουρανοί και στεριές μαζί με τον αέρα και το φως. Ημέρα και νύχτα ασταμάτητα. Τους κοίταξε και ήτανε σα να σταμάτησε αυτή τη ροπή προς το μέρος του, αυτό το ξαφνικό προς τα εμπρός τους. Κοίταξαν έξω απ αυτό το τέλειο άνοιγμα του κελιού του.


Ο δεύτερος σα το θεργιό τράβηξε τον πρώτο απ τον ώμο Τα έντομα συνέχισαν τη βοή τους, αυτό το πήγεν έλα το αιώνιο. Τον κοίταξε μέσα στα μάτια σα να κοιτούσε πίσω στα χρόνια. Τράβηξε απ την ζωστήρα του ένα σουγλερό σουγιά και τον έμπηξε βαθιά μες την καρδιά του.


Δυο μέλισσες πλησίασαν βιαστικά προς το μέρος του και ο πρώτος σωριάστηκε στο χώμα. Τον χαιρέτησαν με νόημα και σκέρτσο, και η μια, πιο θαρραλέα, του ψιθύρισε στο αυτί για το μυστικό ποτάμι που περνά κάτω απ το χωριό. Αυτός δεν άκουγε τίποτ' άλλο από ένα ζουζούνισμα μέσα στ' αυτί του, μα ύστερα ξεχώρισε τα λόγια αυτής της κόρης του ήλιου και της Ανθής.

Έριξε με κόπο τον πρώτο στη ράχη του( στο δρόμο για το ποτάμι, ο πρώτος, στράγγιξε απ όλα τα υγρά)και ακολούθησε πίσω από αυτές της δυο μέλισσες που δείχναν το δρόμο μέσα από τα φουντωμένα αγριόχορτα. Φτάσαν, με το περίμενε του να κινείτε σε κάποια άλλη στιγμή, κοντά σε αυτό το ποτάμι που έτρεχε παχύ και ακατέργαστο μέλι. Του 'καναν νόημα να ρίξει το τάχιστο το κουφάρι που κουβαλούσε επάνω στη ράχη του.

Βούλιαζε αργά μες το μέλι που του σφράγιζε κάθε επιθυμία γι' αέρα. Μέχρι που έφτασε στον πυρήνα του ποταμού, εκεί που το ρέμα κυλάει ασταμάτητο. Εκεί που οι στρόβιλοι ασκούν δυνάμεις ανώτερες.
Τονε πείρε για μίλια. Τo ταξίδι του μέσα από νερά, χειμάρρους και ρυάκια, δέλτα ποταμών και άριστες αποχετεύσεις μεγαλουπόλεων . Ώσπου μια μέρα ξύπνησε μες σε αυτό το στενό κελί του. Έπλυνε το πρόσωπο του, ξυρίστηκε και φόρεσε αυτή την καρφίτσα στο πέτο του. Μια κιτρινιάρα σταγόνα ξερή απ το χρόνο με αμέτρητες φυσαλίδες αέρα.  Έτσι με τη στολή αυτή παρουσιάστηκαν στην εκκλησία, οι δυο, αυτό το πρωί Κυριακής.


Πέμπτη 6 Ιουνίου 2013

Το μυρμήγκι

Το μυρμήγκι. Τι τέλεια μηχανή. Έξι πόδια η οκτώ δεν ξέρω σίγουρα, πάντως με τίποτα τέσσερα. Τεθωρακισμένο και συμπαγές, πανίσχυρο. Πολλοί θαυμάζουν τις αρχιτεκτονικές του ικανότητες, άλλοι το σύστημα επικοινωνίας του. Ξέρεις αυτά που κάνει με τα χημικά και μ'αυτά. Πως κλείνει το μάτι κανείς άμα κάνει καμάκι κι έτσι. Χημεία. Τέλος πάντων το έπιασε στα δάκτυλά του αυτό το μωρό κι αυτά και το κοίταξε δηλαδή πρώτα σα να 'ναι σβηστό χωρίς σκέψη ρε παιδί μου ασούμε.


Αυτό το μεγάλο παχουλό μωρό δηλαδή. Ξυπόλυτο χωρίς παπούτσια κι αυτά. Ξεκίνησε να το ζουπάει δηλαδή αλλά του λένε σταμάτα κι αυτά και σταμάτησε για λίγο αλλά (;). Μου φάνηκε σα να ναι κακό το μωρό. Αλλά δε σταμάτησε αυτό, το μωρό δηλαδή, και το μυρμήγκι ξεκίνησε να χτυπιέται και τα λοιπά και να κουνάει τα πόδια έτσι υστερικά δηλαδή και πέταγε και αυτά τα χημικά να μην πάνε άλλα μυρμήγκια και τυραννηθούνε δηλαδή. Του είπανε σταμάτα ρε παιδί μου το πονάς δηλαδή δε καταλαβαίνεις; Αλλά που;

Εγώ τώρα, τον ήξερα το ένα γονιό και ότι ήταν ευέξαπτος κι έτσι και ότι έπαιζε με τι φωτιά το παχουλό μωρό κι αυτά. Τον άντρα δηλαδή έτσι με τη μάνα του που να τηνε ξέρω γω τη γυναίκα κι αυτά . Κάτσανε δίπλα του η μάνα του πήγε και ο αυτός που ήξερα, ο πατέρας του δηλαδή και ρε χρυσέ μου ρε καλέ μου κι αυτά αλλά που;
Το κάθε τι του τάξανε, ρε να μη παραδίνεται με καμία κυβέρνηση και συλλάβιζε όλο ένα:
-Μυ-μή-γκι.
Και γέλαγε και αυτά, που να ξερε τώρα όμως, το φοβέρισε λίγο ο πατέρας του κι έτσι και λίγο μάσησε το μωρό και αυτά.

Τελικά του τραβάει μια δαγκωνιά το μυρμήγκι στο δάκτυλο το καλό, απ ότι μου είπε δηλαδή ο πατέρας του μετά, και ένα κακό μια φασαρία δηλαδή, άσ'τα. Μάτωσε; πρέπει να έτρεξε λίγο αίμα κι αυτά αλλά ντάξει το φτιάξανε και τα λοιπά. Το είδε μετά ο πατέρας το μυρμήγκι που έφευγε έτσι έσουρνε τα πόδια τα πίσω δηλαδή και μη σου πω τι του έκανε. Τέλος πάντων, άφησε αυτό πίσω του τώρα τα χημικά και τα αυτά μην πάνε και τα άλλα μυρμήγκια κι αυτά και ταλαιπωρηθούνε τώρα με αυτό το μωρό το παχουλό κι αυτά και κείνο τον πατέρα του το τσαντίλα να πούμε. Τώρα τι να σου πω; ζει δε ζει κείνο το μυρμήγκι δε ξέρω.

Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

Οικογενειακές Ιστορίες 1



Στο δρόμο από κάτω ακούγονταν τα τζιτζίκια που σκάζανε και κάτι λιγοστά αυτοκίνητα που περνούσαν σα τσούρμο κάθε δέκα λεπτά ένα τέταρτο. Ο δήμος επέλεξε να αρχίσει τα σκαψίματα για την ανανέωση των υδραγωγών ντάλα καλοκαίρι, ταλαιπωρώντας τους οδηγούς με μεγάλες ουρές, αφήνοντας πού και πού λίγα από τα τροχοφόρα να περνούν απ το φύλακα που ήταν διορισμένος να ελέγχει την κίνηση, με αυτό το κατασκισμένο κόκκινο σημαιάκι του, και τους υπόλοιπους πολίτες με συχνές διακοπές νερού σε ώρες που δεν χαροποιούσε -ιδιέτερα- τις νοικοκυρές και τους εστιάτορες της πόλης.

“Αμάν η κατάντια μας ρε πούστη μου” είπε ο Σταύρος, ένας μεσήλικας με μεγάλη κοιλιά και φαλάκρα, βγαίνοντας απ το μπάνιο με μια πετσέτα τυλιγμένη τριγύρω του.
“Tι δεν έκανες μπάνιο;” ρώτησε η γυναίκα του που έβγαζε μόλις το φαγητό απ το φούρνο

“Βλέπεις να έκανα μπάνιο Μαρίνα;”Είπε εξοργισμένος χτυπώντας την πόρτα της κρεβατοκάμαρας πίσω του.
“Αμάν η γκρίνια σου με έφαγες μ'έφαγες!”Είπε ξεφουσκώνοντας εκείνη και σταυροκοπήθηκε. Πήγε προς το μέρος της βρύσης και ανοιγόκλεισε τρις -τέσσερης φορές. Τίποτα. Μόνο κάτι ήχοι αέρα ακούστηκαν μα ούτε σταγόνα νερό. Η Μαρίνα, έμπειρη από διακοπές νερού, θεώρησε καλό σημάδι τους ήχους. Αυτό έδειχνε ότι το νερό σε λίγη ώρα θα έρθει.

Ο Σταύρος βγήκε από το δωμάτιο φορότας μια μπλε βερμούδα που είχε πάρει δώρο μαζί με μια εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας. Βγήκε στο μπαλκόνι και αμέσως μπήκε στην κουζίνα κρατώντας στα χέρια του πέντε τομάτες. Έβγαλε από το ψυγείο κάτι σαρδέλες παστές που είχε φτιάξει μόνος του από τα προχτές, έχυσε ένα ποτήρι ούζο και ξεκίνησε να κόβει τη σαλάτα.
“Tι έτσι άπλυτες θα τις φας;” Είπε αυτή σουφρώνοντας τα χείλια και τα φρύδια της.
“Πώς να τις φάω μωρή; βλέπεις να χουμε νερό;”
“Τι να σου πω ανθρωπέ μου” Είπε η Μαρίνα σιχτίρισε λίγο και φώναξε:
“Τρίφωνα, Τριφωνάκοοοο έλα έλα να φας φαί”
Τότε από το σαλόνι ξεπρόβαλε νωχελικά ένα γέρικο πεκινουά με τι γλώσσα να σέρνετε στο πλακάκι αφήνοντας πίσω του μια γραμμή σάλιου που στέγνωνε σχεδόν αυτόματα. Στάθηκε εκεί λίγο και κοίταξε, με τη γλώσσα να κρέμεται και τα μάτια να κοιτούν απ τη μία το Σταύρο και από την άλλη τη Μαρίνα.
Έριξε τη μούρη του μες το δοχείο του και έφαγε λαίμαργα κάτι αποφάγια τεσσάρων ημερών που του είχε βάλει η Μαρίνα χωρίς δίλημμα Ήπιε νερό μανιακά και δεν τινάχτηκε ούτε για αστείο.
Έπεσε κάτω από την πρώτη καρέκλα που συνάντησε και έμεινε ακίνητος για λίγο ώσπου σε μια στιγμή έσβησε.

Η Μαρίνα άνοιξε την τηλεόραση, κοιτάζοντας πρώτα να βρει το κόκκινο κουμπί στο τηλεχειριστήριο σχεδόν τρία λεπτά. Έπειτα πήγε από το σαλονάκι στην κουζίνα σταματώντας πρώτα να πάρει τον αναπτήρα και ένα μισοκαμένο στριφτό τσιγάρο πάνω από το τραπέζι που χωρίζει τα δύο δωμάτια. Μοιραία τρόμαξε το σκύλο που είχε πέσει προ ολίγου για ύπνο. Άναψε τσιγάρο και πήγε εκ νέου προς τη βρύση.
“Αμάν μωρή, αμάν, πάφα πούφα, πάφα πούφα. Το διάολό μου!” Μουρμούρισε ο Σταύρος και έβαλε τη σαλάτα που είχε φτιάξει στο τραπέζι.
“Άντε ρε από κει” Είπε εκείνη σχεδόν σιγανά και άνοιξε τη βρύση. Τότε ακουστικέ ένας ήχος σαν από εξάτμιση παλιού αυτοκινήτου και από τη βρύση ξεχύθηκε ένας χείμαρος νερού.
“Να ήρθε!”Είπε η Μαρίνα με απάθεια.

Ο Σταύρος κούνησε το κεφάλι πάνω κάτω, ρούφηξε μισό ποτήρι ούζο και έκατσε.
“Άντε βάλε τραπέζι!” Είπε βιαστικός.
“Σκάσε ρε σκάσε! Αεί στο καλό παλιόγερε” Είπε η Μαρίνα και ξεκίνησε να σερβίρει το φαγητό με αυτό το μισοκαμένο τσιγάρο στο στόμα.

Η τηλεόραση έπαιζε δυνατά Ειδήσεις μεσημεριανές. Μια ξερακιανή φόλα, που την έλεγε ο Σταύρος χαμογέλασε και αναφώνησε το γλοιώδες και προκλητικά ψεύτικο “καλό μεσημέρι κυρίες και κύριοι”.
Έπειτα η κίνηση η μεσημεριανή, που τη ρύθμιζε αυτός ο κουρελής δημόσιος τροχονόμος σταμάτησε. Ο ήλιος δεν έκαιγε Τα τζιτζίκα νέκρωσαν και οι μαθητές, που ιδρωμένοι μες τον ήλιο παίζαν ποδόσφαιρο, κρύφτηκαν πίσω από χαραμάδες και κάτω από το τσιμεντένιο υπόστεγο.
Οι μαργαρίτες και οι πασχαλίτσες και το ξερό κορμί του φιδιού, τα πήρε ο λίβας. Μακριά.
Και μετά:
Γέμισαν οι δρόμοι τρομερούς ευπατρίδης κλόουν που κερνάγανε κρέατα ωμά μονό τη φάρα τους. Λορδομένοι λοιδορούσαν τα σκυλιά, περπατούσαν όλοι μαζί σαν αγέλη από θηρία, στρατόκαβλα, μόνο γι' αυτούς, για τη φάρα τους. Φωνασκούσαν με της παλάμες υψωμένες προς τον ουρανό μόνο γι' αυτούς, και πίσω τρέχανε αίματα χάρη στη φάρα τους κέρασμα στη πουτάνα τη φάρα τους. Τα πουλιά στα δέντρα γυρίσαν το βλέμμα τους και ουρλιάξανε το κύκνειο άσμα του όχι! και αμέσως η φάρα η ζουρλή αυτή, αυτό το φτύμα το απότροπο διέταξε το στραγγαλισμό τους τα πάραυτα. Οπλίσατε αρμ! Κυματίζαν σημαίες με κοντάρι κοφτερό λεπίδι και όλοι γελούσαν με ειρωνεία περίσσια εμπρός απ τη γυναίκα, εμπρός από τον Άλκη που κρυφοκοιτάει ταγάρια. Τους κρέμασαν κι αυτούς ρίχνοντας τα σκοινιά πάνω σε αρχαίες κολόνες και γύρο από τα καμένα κουφάρια τους -χορέψε η φάρα ετούτη η ληπηρη-ενα χορό ανόητο, άμουσο και δε σταματούσαν να θερίζουν να σπέρνουν όπου βρουν τον όλεθρο και το μίσος τους. Η φάρα τους, η κακομούτσουνη άχρηστη φάρα τους, που καρπαζώνει τον αδύναμο, κριμένη πια πίσω από ένα κουστούμι καλοραμμένο στα μέτρα της, με ένα όπλο στη ζωστήρα, με τη σφαίρα στη θαλάμη έτοιμη από καιρό να φουντώσει φωτιές που εδώ δε χωρούνε, με το γέλιο γέλιο φιδιού, με το παράστημα του δολοφόνου στρατιώτη και με όλη την αμάθεια και τη διχόνοια που είναι μπηγμένη στο μέσα τους σκοτώσαν το Μωχάμετ, άκουγε σε άλλο Αλλάχ λέει, να φύγει. Κάποιον φτωχό που το αφεντικό τονε είπε Νίκο, γιατί ξένα ονόματα δε μπορεί να συλλαβίσει η φάρα αυτή η λυπηρή, και από δω και μπρος Νίκο σε λένε, που στο Μπαγκλαντές τονε βαφτίσανε χέρια πατρικά, με τη μάνα στολισμένη σα σημαία πολύχρωμη και μπρος από θεούς αρχαίους και με ένα όνομα αλλιώτικο που φοβάσαι και ντρέπεσαι εσύ που με ακούς να το προφέρεις μη το πεις λάθος, μη μας πάρει με κακό μάτι ο άνθρωπος μη πει δεν τον θέλουμε, τονε κλείσανε τον κακόμοιρο σε ένα κελί να ψένετε αργά να πεθαίνει και φύγανε. Η φάρα τους. Η πουτάνα η φάρα τους. Παιδάκια σε σχολαρχείο φασιστικό. Διδάξανε, οι ζουρλοί αυτοί κλόουν, τις αξίες της φάρας τους. Της χαμέτιπης φάρας τους. Σηκώσανε τσιμέντα τριγύρω παντού αυτοί οι επικίνδυνοι τσαρλατάνοι, απέκλεισαν και φίμωσαν οποιωνε κοίταξε λίγο λοξά. Πετάξανε έξω απ το σπίτι του οποιωνε του ήρθε στο στόμα ένα μα; και επιβάλανε βηματισμό τρανό και μεγαλοπρεπή-σαν και της φάρας τους- σε όλους τους πολίτες, στο Σταύρο, τη Μαρίνα τον Άλκη. Σ'αυτό το ταπεινό διορισμένο για το -έργο- τροχονόμο. Και ακόμα και στα τραγούδια των πουλιών επέβαλαν φόρο. Έτοιμοι από καιρό, όπως και η σφαίρα στη θαλάμη του όπλου τους, ξεπουλούν τα μωρά τους. Κρέας με το κιλό πωλείτε σε τιμή ευκαιρία, μόνο για σένα που είσαι της φάρας μου. Το μόνο που θες για να φας λίγο ψωμί, λίγο νερό κρύο, είναι να είσαι της φάρας αυτής της λυπηρής, της τραγικής, της βέβηλης φυλής. Απόγονος αυτού του αρχαίου προδότη Εφιάλτη.

“Α' στο διάολο κλεισ'τη να φάμε την παναγία μου” είπε ο Σταύρος, όχι όμως με οργή η παραξενιά η κακία. Μόνο με ένα κόμπο βαρύ από καιρό στο φάρυγγα, πιο κάτω.
“Αει σιχτίρ μ'αυτή τη βαβούρα”
“Τώρα την κλείνω, τώρα τώρα την κλείνω.” Είπε η Μαρίνα χαμηλά, με αγάπη με μπουκωμένο το στόμα ψάρια και πικρούνες.
Για λίγο ακούστηκαν απ έξω να κελαηδούν δυο πουλιά και άλλα δυο μαλώνανε για λίγα κομμάτια ψίχουλα στο μπαλκόνι της κουζίνας. Από πίσω τους σιγοντάριζαν μια ντουζίνα τζιτζίκια. Η βρύση έσταξε μέσα σε ένα φλιτζάνι βρόμικο από καφέ, παρατημένο εκεί απ το πρωί και αυτός ο σκύλος ο βαρύς ζητιάνεψε λίγο στο πλάι τους.
Ο Σταύρος τονε κοίταξε λίγο του χάδεψε τη μουσούδα με τα λαδωμένα του δάχτυλα και τον είπε μαλάκα, έτσι στα χαζά.

Τρίτη 14 Μαΐου 2013

Το ημερολόγιο του Αντώνη Φράγκου(μέρος δεύτερο)


Κατέβηκα της σκάλες αργά με τα πόδια μου να με πονούν έτσι που ήτανε πρησμένα και άπλυτα. Αργά και νυσταγμένα, κι ο ήλιος με βάρηκε θερμός μες 'το πρόσωπο. Ανασηκώθηκε το κορμί μου, γιγάντωσα αμέσως στην πρώτη αχτίνα που με βρήκε στο μάγουλο, και τα μάτια μου άνοιξα. Κοίταξα την πύρινη μπάλα, ευθεία με θάρρος μέχρι που πόνεσα, αλλά εκεί το πείσμα, μάτι δεν πήρα μέχρι που έπαψα να βλέπω τις φιγούρες γύρω μου. Ένα άπειρο σεντόνι, σχεδόν θεϊκό, θερμό φωτεινό, πάλλεται εμπρός μου. Ξετινάζει από πάνω του τόσα αστέρια που οι αριθμοί δε μπορούν να μετρήσουν.
Ούρλιαξα το όνομα του Θεού δυνατά.
-Ξημέρωσε θεέ μου η μέρα! -είπα-Φως! Φως!

Νόμισα, άκουσα τη μάνα μου να με φωνάζει. Ξαφνιάστηκα! Ψάχτηκα! Κοίταξα γύρο μου και έκανα το σταυρό μου, μια πάνω μια κάτω δεξιά αριστερά, κι έπειτα φτίθηκα στον κόρφο μου τρις φορές. Μια, δυο, τρις. Έκατσα στο τελευταίο σκαλί που βγάζει σ' αυτό το κουζινάκι που έχω να φτιάχνω φάι και καφέ. Οι ψίθυροι με τριγυρίσανε πάλι, αργόσυρτοι και αδιάκριτοι:
-Αντώνη; με ρώτησαν αχνά ξανά και ξανά, που βρίσκεσαι Αντώνη; Που είσαι βρ'Αντώνη;Αντώνηηηη... Άλλοτε σιγά πολλές φωνές η μια πάνω στην άλλη σαν ένα πρελούδιο χαμένο μέσα το άπειρο, άλλοτε δυνατά και κοφτά σαν ένα αξιωματικό που δίνει παραγγελία στο τάγμα του.

Μέχρι που με πήρε ένα ρίγος ατέλειωτο και οι φωνούλες πήραν μορφή μες το δωμάτιο, εκατομμύρια φτερωτές απειλές, σε μια στιγμή, και μετά αμέσως στο δεύτερο χάθηκαν.
Τέντωσα τη ραχοκοκαλιά μου και πέρασα τις παλάμες και τα δάκτυλά ανάμεσα στα μαλλιά μου να χτενιστώ, να μην έχει να πει κανείς λόγο κακό, να μη με σιγοτρώνε οι ψίθυροι, να μη μου γκρινιάζει η μάνα μου. Μήπως μου φέρει πίσω ο θεός τη γυναίκα μου, μη μου φέρει ο θεός να δω το παιδί μου. Σουλουπωμένος και κύριος, καθαρός, χτενισμένος, πλυμένο. Έτσι όπως είναι όλοι οι άρτιοι άνθρωποι.

Κοίταξα λίγο τα δάχτυλά των ποδιών μου. Μια επιθυμία με έπιασε εντελώς αδιόρθωτη, κοίταξα γύρο μου μη με κρυφοκοιτάει κανένας. Αφουγκράστηκα μήπως μιλούν οι φωνούλες. Τίποτα, ούτε κοιτάγματα ούτε φωνούλες.
Έγειρα λίγο εμπρός και πήγαν να τρέξουν τα σάλια μου. Ρουφήχτηκα με όση δύναμη είχα.
Και άρχισα μανιασμένα ένα σκάλισμα αδιάκοπο, έβγαλα τη μαυρίλα που είχα ανάμεσα στα δάκτυλα των ποδιών μου και δώστου συνέχισα μέχρι που μάτωσα. Χάρηκα και μούγκρισα σα το ζώο της στάνης. Έφερα τα χέρια κοντά στη μύτη μου και -ααααχχ- οσμίστηκα, πείρα ανάσα βαθιά
Έτριψα τα πόδια μου τα πρησμένα, τα βρόμικα για άλλη μια φορά μα πιο μαλακά τώρα, σχεδόν ερωτικά.

Και πάλι ανάσανα απ τη μύτη τις μυρουδιές και τη θέρμη του ήλιου.
Ω! μα; ω! Τι ευχαρίστησης, τι αφθονία τι ζέστη.
Έτριζε το ξύλινο πάτωμα στο περπάτημα μου και εμένα μου άρεσε. Χοροπήδησα ασύγχρονα μια δυο φορές να αλλάξω τους παλμούς της καρδιάς μου. Το πέτυχα.
-Αντώνη, τι κάνεις βρε Αντώνη; Αχνοφάνηκανε και πάλι οι φωνούλες. Κατάπια ξερά και μου είπα στο κεφάλι μου μέσα: Αντώνη μην ακούς, μην ακούς χαζομάρες.

Έβγαλα τα απαραίτητα απ το ντουλάπι να ψήσω καφέ. Καφέ γλυκό απαραιτήτως με οχτώ κουταλιές ζάχαρη και τρις πετιμέζι. Κάηκα δύο φορές μόνο, σιχτίρισα, έβρισα, φώναξα και μετά παρακάλεσα το θεό για συχώρεση. Όχι μια φορά αλλά τρις. Του είπα:
-Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησέ με, συχώρα το λάθος μου, σχώρα με θέ μου δε το 'θελα.
Έσκυψα ταπεινά το κεφάλι και σαν πετραχήλι αόρατο οι φωνούλες με κάλυψαν.
-Συγχωρεμένος Αντώνη, συχωρεμένος να είσαι. Να προσέχεις όμως Αντώνη μου και τέτοιο λάθος ποτέ να μην κάνεις.
Έσφιξα τις γροθιές και τα ματοτσίνορα μου και έσκουξα ένα αργό σμμμμμ. Ήταν η λύτρωση της συγχώρεσης που με έσπρωξε στα άκρα. Ήταν ο θεός ο ίδιος που μίλαγε

Μέχρι της έντεκα παρά είχα πγεί τον καφέ μου και είχα καπνίσει πέντε με έξι τσιγάρα. Έξω από την πόρτα μου με περίμεναν, όπως κάθε μέρα, δύο δέματα εφημερίδες που ξεκινώ να τις μοιράζω στις έντεκα ακριβώς ούτε λεπτό πιο μετά. Η συμφωνία είναι συμφωνία στις έντεκα είπαμε. Αν και ο εκδότης του Πρωινού τύπου, ο Απόστολος Ζήσηλας, μου είχε πει επί λέξη:
-Αντώνη μου εκεί κατά τις έντεκα εντεκάμιση ξεκίνα πασάκο μου και μοίραζε τις εφημερίδες.
Και γω, τότε που κάναμε την κουβέντα στο καφενείο του ξένου, του χα πει φανερά ενοχλημένος από την ανευθυνότητα που έδειχνε στο ωράριο διαμοιρασμού του Πρωινού τύπου.
-Άκου να δεις Απόστολε, όλα κι όλα, έντεκα ή εντεκάμιση; Εμένα άμα αργό μου φωνάζει η μάνα μου.
Και συμφωνήσαμε τότε ότι θα ξεκινάω στις έντεκα, αυστηρότατα έντεκα.

Φόρτωσα τα δύο δέματα πάνω στο ποδήλατο μου και καβάλησα την κατηφόρα. Εφημερίδεεεεε φώναζα χαμηλότονα.
Πετούσα δεξιά αριστερά τις φυλλάδες όπως πετάν ροδοπέταλα οι παρθένες στους γάμους,
και εκεί λίγο πιο πριν το μεγάλο ίσωμα της πλατείας έβαλα στόχο, δίχως να με δει απολύτως κανένας, μια γάτα. Αστόχησα, διάολε είπα.
Και με βαράει μια ζάλη, μια τρικυμία και οι φωνούλες ξεκινούν να ουρλιάζουνε και να με στριμώχνουνε άσπλαχνα.

-Τι έκανες πάλι Αντώνη; πάλι θάλασσα τα έκανες πάλι αμάρτησες; ουρλιάζαν χιλιάδες φωνούλες. Μέσα από όλα τα σπίτια, ανάμεσα από τις φυλλωσιές. Όλοι οι άνθρωποι με κοιτούσαν και ούρλιαζαν:
-Αμαρτία Αντώνη, ονόμασες τον εξαποδό Αντώνη, ντροπή, αμαρτία Αντώνη! Θα σε φάει ο σατανάς που ονόμασες θα σε κατασπαράξει το θηρίο της κόλασης.

Σάστισα, σφίχτηκα, δάκρυσα. Θα με κατασπαράξει το αιμοσταγές θεριό, σκεφτικά.
-Που να πέσω να προσευχηθώ να ζητήσω συχώρεση; Που να πλύνω την αμαρτία μου; Που να σώσω τη ζωή μου;
Μπροστά μου απλώθηκε η μεγάλη πλατεία της πόλης του Πού, καβάλησα πώς και πώς το πλακόστρωτο και είδα εμπρός μου την πηγή που θα πλύνω την ψυχή μου, αυτό το αριστούργημα
(όπως το ονόμασε ο πρώτος άντρας της Πόλης, την ημέρα των αποκαλυπτηρίων) που είναι λαξευμένο από έναν άντρα τεράστιο από ένα καλλιτέχνη θεόρατο το Νίκο τον Κοραή, το ναυάγιο που στολίζει την πλατεία της πόλης του Που.

Έριξα το ποδήλατο κάτω πώς και πώς και γονάτισα εμπρός στην εξαίσια πέτρα. Έτριψα τη μούρη μου επάνω της να πονέσω, να πληρώσω πίσω την βλαστήμια μου και να εξαγνίσω το κορμί μου.
Οι φωνούλες όλο και μειώνονταν σε ένταση και τώρα μου λέγανε ήρεμα:
-Έτσι Αντώνη, μπράβο Αντώνη. Βγάλε τη βρώμα από πάνω σου δώσε μας λίγο αίμα, το αίμα σου.

Στάθηκα στα γόνατα έκανα το σταυρό μου και φίλησα το ναυάγιο εκεί που είχα αφήσει την αμαρτία μου. Ύψωσα τα χέρια στον ουρανό και ούρλιαξα το όνομα του θεού. Κοίταξα εκείνη την πύρινη σφαίρα που γύρω της σέρνει βράχους και πάγους και μέταλλα Από εποχές που δεν έχει δει ποτέ άνθρωπος. Ταξιδεύοντας μίλια και μίλια ατελείωτα. Ρίχνοντας αυτό το φως το αλύγιστο πάνω μου ασταμάτητα, αλύπητα.

Τετάρτη 24 Απριλίου 2013

Η ζωή και ο θάνατος του ξένου


27 του Ιούλη ημέρα Τρίτη, ήμουνα αυτό που λένε για λύπηση.
Σκύλος του δρόμου αδέσποτος
Τραβώ από γειτονιά σε γειτονιά μήπως βρω λίγο φαΐ δίπλα σε κάνα ντενεκέ
Κάνα κομμάτι ψωμί.

Μη τάχα λέει μήπως βρω κανένα φίλο, να μου χει κάνα χωρατό να γελάσω.
Να πιω μια στάλα νερό, και να ρίξω τη μούρη μου στο αριστερό μου επάνω το χέρι .
Και κατά λάθος λέει μη -μια γυναίκα- με χέρια γυμνά με χαδέψει.
Σε ύπνο βαθύ που 'χω κυλήσει.

Έκαιγε η άσφαλτο και το χώμα έβραζε δίπλα της
Ανοιχτός, πεντάνoιχτος ο ουρανός, κι ο ήλιος με έκαιγε.
Αμάξια μετά, από 'δω και από κει, και 'γω στη μέση.
Με ώμους κρεμαστούς να κοιτάζω.
Ένας κάπως μεγάλος στο κυνήγι με πείρε.

Τρόμαξα, έτρεξα λίγο. Αμάν αδερφέ όλοι εδώ μέσα δε ζούμε;
Ρώτησα και μ’ αγνόησε.
Λεωφόρος παραλιακή.
Δεξιά μου η πόλη αριστερά δε θυμάμαι.

Μια αγέλη πουλιά στον ορίζοντα να ωρύονται και από κάτω η θάλασσα.
Έκατσα στο πεζοδρόμιο, ξύστηκα.
Βρήκα μισό τσιγάρο και κάπνισα
Κοίταξα κάτι σκουπίδια χαρτιά και μπουκάλια πλαστικά.

Δεν είπα, δεν άκουσα μόνο μετά με τραβήξανε στην άλλη άκρη του δρόμου
Ξεψυχούσα.
Ένας μπρατσαράς πιερότος μ’ έφτυσε και βλαστήμησε, ο άλλος δε μίλησε .
Σώπασε.