Σάββατο, 7 Σεπτεμβρίου 2013

Η Πόλη της Φωτιάς(μέρος πρώτο)






Εκεί, στη μέση της πέτρινης έρημος απλώνετε η μητρόπολης, η άλλοτε υπερδύναμη ανάμεσα στης τέσσερις πόλης, τώρα ένας νεκρός μύθος, ένα άδειο γιγάντιο κουφάρι από τσιμέντο και σίδερο.
Εκεί που στο παρελθόν υψώνονταν δέντρα, ανάμεσα στα πανύψηλα κτίρια (σαν κι αυτά που ξύνουν τη κοιλιά του ουρανού) υπόγειες συγκοινωνίες, κίνηση αυτοκινήτων, λωρίδες για τα δημόσια λεωφορεία, ποδήλατα, πολυπολιτισμικά εστιατόρια και μεσιτικά γραφεία. Μουσικά στέκια, θέατρα, γήπεδα και σχολεία ξεπετάγονταν μέσα απ τα δέντρα και το πράσινο και τα νερά και τις λίμνες που ητο σπαρμένες μες την Πόλη της Φωτιάς.
Κι ο ουρανός, αυτός ο ουρανός απλωνόταν κι αυτός σαν μια γέφυρα για το αλλού και χαιρότανε με την ακμή της.

Φασαρία έκανε ο κόσμος της. Φωνές και γρήγορος ρυθμός στο περπάτημα έξω από καταστήματα ρούχων, μικρών καφέ και κέντρων αλληλεγγύης.

Μα αυτά ανήκουν στο πριν. Τα κτίρια της πόλης ξεφυτρώνουν τώρα μέσα από μια ομίχλη κάτασπρη, και τα δέντρα που στέκουν στο πλάι τους σαν καμένα σπίρτα είναι κατάμαυρα. Τα αγριόχορτα κάλυψαν τους δρόμους της και τα αμάξια εδώ και εκεί μοιάζουν έτοιμα να μπουν και πάλι σε κίνηση. Μα αυτό είναι μόνο μια ψευδαίσθηση που φτιάχνει η θέση τους. Αφημένα σα να ήταν ξαφνικά από τους οδηγούς τους, σα να έτρεξαν να ξεφύγουν από το μεγάλο κίνδυνο που έσφιγγε γύρω τους. Καταστήματα με ρημαγμένα καθίσματα και σπασμένες τζαμόπορτες, διαμερίσματα ακατάστατα με οτι αστικό χρειάζεται πεταγμένο αδιάκριτα χάμω και της δημόσιες υπηρεσίες σφραγισμένες με μολιβδοσφραγίδα και ξεθωριασμένη τη δικαστική εντολή.

Τώρα έχει επιβληθεί η σιωπή. Δε σαλεύει  πράμα, ούτε κάποιος βιάζεται να πάει στη δουλειά του. Δεν έχει έγνοια ο καφετζής μη και χυθεί ο καφές του, και ο πωλητής ασφαληστιρίων ζωής να ανακαλύψει καινούριες στρατηγικές πώλησης.


Βρέχει στην Πόλη της Φωτιάς. Αργά και σταθερά πέφτουν οι ψιχάλες η μια πίσω απ την άλλη, η μία πάνω στην άλλη. Μουσκεύουν τις στάχτες και μια παιδική ζωγραφιά που είναι σκόρπια έξω από τον παιδικό σταθμό της οδού 46. (Πρέπει εδώ να σας πω ότι οι δρόμοι στην πόλη της Φωτιάς ονομάζονταν με αριθμούς. Για παράδειγμα ο παιδικός σταθμός που εξυπηρετούσε τη περιοχή Άλσος στεγαζόταν στην οδό 46 αριθμός 4).
Είναι ζωγραφισμένη από την Χλόη. Κόρη της Ζωής και του Νίκου που έζησαν σε ένα άνετο διαμέρισμα κάπου στο άλσος(περιοχή αρκετά μακριά από το κέντρο της πόλης, εκεί κατοικούσαν πολλές οικογένειες και λίγοι συνταξιούχοι). Η Χλόη είχε γυρίσει εκείνη τη μέρα χαρούμενη από το σταθμό χοροπηδώντας και κουνώντας τη ζωγραφιά να την δείξει στη μαμά που περίμενε στο σπίτι μαγειρεύοντας. Ο Νίκος και η Ζωή την βοήθησαν να βγάλει τα παπούτσια της και τη ζακέτα της. Να πλύνει τα χέρια της και να καθίσει σε αυτό το κάτασπρο καρεκλάκι δίπλα από το τραπέζι της κουζίνας. Το δίχως άλλο η Χλόη ξεκίνησε να εξηγεί τη ζωγραφιά της καθ όσο οι γονείς της χαμογελαστοί έστρωναν το τραπέζι για φαΐ.
Έδειξε το μπαμπά, τη μαμά και μια στρουθοκάμηλος που στεκόταν λίγο πιο δίπλα τους.
Και απόρησαν και οι δυο γονείς με αυτό το μεγάλο μπαλόνι που αιωρούνταν στο βάθος πιο πίσω τους.
Μα η Χλόη δεν άφησε καμία ερώτηση αναπάντητη. Τους τα εξήγησε όλα αυτονόητα.

Και γεμάτη χαρά τρεχογύριζε από την κουζίνα μέχρι το καθιστικό, μέχρι που οι γονείς ένιωσαν την έγνοια και τον κίνδυνο να τους σμπρώχνει κατάμουτρα. Μα τίποτα δε συνετούσε τη Χλόη απ τη μέθη της. Τίποτα δε σταμάτησε αυτή τη ροπή της να κατοικεί μόνιμα σ' αυτό το μεγάλο μπαλόνι μαζί με αυτή την άσχημη στρουθοκάμηλος και τους δύο γονείς της.

Βρέχει στην πόλη της Φωτιάς. Η βροχή μουσκεύει τώρα αυτήν την παιδική ζωγραφιά και κάνει τα χρώματά της όλο ένα να σβήουν μαζι με το νερό ανάμεσα στης χαραμάδες του δρόμου και να στάζει σταθερά, το χρώμα τους το άλλοτε ζωηρό, στις αποχετεύσεις της πόλης.

Δύο κορμιά, μια γυναίκα και ένας άντρας, είναι ξαπλωμένα στο κέντρο της πόλης της Φωτιάς. Κοιτούν ο ένας τον άλλο. Τα πρόσωπά τους είναι κοντά και τα κορμιά τους δείχνουν να αναπνέουν. Η γυναίκα παρατηρεί το νερό που κυλά στο πρόσωπο του άντρα. Οι σταγόνες πέφτουν ασταμάτητα και φτιάχνουν μικρές εκρήξεις στα μαγουλά του και στους κροτάφους του. Όσο για τη μεριά που είναι πατικωμένη στο δρόμο, λασπωμένη είναι και βρόμικη. Γύρο τους τα κτίρια παρατηρούν επιβλητικά και με δέος.

Η γυναίκα σηκώνετε και περπατά αργά. Σαν να έκανε τη βόλτα της σε αυτή την Πόλη, στην ακμή της, σαν κάποιος επισκέπτης σε καλοκαιρινές διακοπές η κάποιος που είχε μόλις βρει μια δουλειά και μετακομίσει εκεί.
Προχώρησε την οδό 4 πέρα μέχρι τη διασταύρωση με την οδό 13. Πάνω στο κορμί της η βροχή έδειξε να σταματά. Ο άντρας γύρισε ανάσκελα στο δρόμο και έβηξε έτσι άρρωστα. Σα να ήθελε να βγάλει από μέσα του ένα κακό δαίμονα.
Κοίταξε τον ουρανό που σκοτείνιαζε και τη βροχή που λάβαινε τέλος μέσα από τους ουρανοξύστες της πόλης. Πάτησε στα πόδια του και κοίταξε τη γυναίκα να χάνετε πίσω από τη γωνία του τετραγώνου. Ξεκίνησε και αυτός αργά να ακολουθεί τα χνάρια της που φαίνονταν ξεκάθαρα στα λασπωμένα μέρη του δρόμου.









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου