Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

Οι Δυο




Περπατάγαν κι δυό ανάμεσα στα φουντωμένα αγριόχορτα και τα καλάμια. Γύρο βούιζε ο τόπος ολος. Έτσουζε η τσουκνίδα όπου ακούμπαγε και τα όρνια γυροφέρνανε πάνω από την καυτή έρημος. Η ζέστη βαρούσε κατάλευκα τη Σοφία, και οι δύο το δρόμο τους.

Στάθηκε ο πρώτος και κοίταξε τα έντομα. Σταμάτησαν όλα. Ήρθε η άπνοια να τα παύση όλα εκτός απ τον ήλιο. Ο δεύτερος δε σάλεψε, είχε παγώσει το αίμα του. Κάποιες απ της μέλισσες στάθηκαν στο μάγουλο του και άλλες στα χέρια του. Άλλες πετούσαν αόριστα γύρο τους. Και σπάνια λίγες, που ήταν από της άλλες περισσότερο αδιάφορες, γλείφαν το νέκταρ που κυλούσε άφθονο μες τα μπουμπούκια.

Κράταγε γερά και κόλλαγε το πιγούνι με τα μούσια του ανάμεσα στα σίδερα. Μες τα τσιμέντα, κλεισμένος στενά. Έμαθε να κοιτά έξω μόνο από της γωνίες που του έδειχνε το παράθυρο του κελιού του. Έπαψε να μιλά στους περαστικούς, να ακού την καμπάνα και να μυρίζει το ψωμί. Νόμιζε έγινε μέλισσα που πέταγε 'δω και 'κει να μαζέψει το νέκταρ. Όλες της μέρες του χρόνου. Ποιος λόγος να τον έφερε εκεί;

Ντόρος πολύς για αυτήν την κατάσταση. Κουβέντα που άναψε για μερικές εβδομάδες από την πιο μικρή αυλή και μποστάνι μέχρι και την λειτουργία της Κυριακής. Το όνομα του παντού και η ιδιότητά του το ίδιο. Πήραν απόφαση και τον ρώτησαν, ήταν περίεργοι να δουν το κάτι δεν πάει καλά του.

Ορίζοντες είπε αυτός. Μήκη και πλάτη, ουρανοί και στεριές μαζί με τον αέρα και το φως. Ημέρα και νύχτα ασταμάτητα. Τους κοίταξε και ήτανε σα να σταμάτησε αυτή τη ροπή προς το μέρος του, αυτό το ξαφνικό προς τα εμπρός τους. Κοίταξαν έξω απ αυτό το τέλειο άνοιγμα του κελιού του.


Ο δεύτερος σα το θεργιό τράβηξε τον πρώτο απ τον ώμο Τα έντομα συνέχισαν τη βοή τους, αυτό το πήγεν έλα το αιώνιο. Τον κοίταξε μέσα στα μάτια σα να κοιτούσε πίσω στα χρόνια. Τράβηξε απ την ζωστήρα του ένα σουγλερό σουγιά και τον έμπηξε βαθιά μες την καρδιά του.


Δυο μέλισσες πλησίασαν βιαστικά προς το μέρος του και ο πρώτος σωριάστηκε στο χώμα. Τον χαιρέτησαν με νόημα και σκέρτσο, και η μια, πιο θαρραλέα, του ψιθύρισε στο αυτί για το μυστικό ποτάμι που περνά κάτω απ το χωριό. Αυτός δεν άκουγε τίποτ' άλλο από ένα ζουζούνισμα μέσα στ' αυτί του, μα ύστερα ξεχώρισε τα λόγια αυτής της κόρης του ήλιου και της Ανθής.

Έριξε με κόπο τον πρώτο στη ράχη του( στο δρόμο για το ποτάμι, ο πρώτος, στράγγιξε απ όλα τα υγρά)και ακολούθησε πίσω από αυτές της δυο μέλισσες που δείχναν το δρόμο μέσα από τα φουντωμένα αγριόχορτα. Φτάσαν, με το περίμενε του να κινείτε σε κάποια άλλη στιγμή, κοντά σε αυτό το ποτάμι που έτρεχε παχύ και ακατέργαστο μέλι. Του 'καναν νόημα να ρίξει το τάχιστο το κουφάρι που κουβαλούσε επάνω στη ράχη του.

Βούλιαζε αργά μες το μέλι που του σφράγιζε κάθε επιθυμία γι' αέρα. Μέχρι που έφτασε στον πυρήνα του ποταμού, εκεί που το ρέμα κυλάει ασταμάτητο. Εκεί που οι στρόβιλοι ασκούν δυνάμεις ανώτερες.
Τονε πείρε για μίλια. Τo ταξίδι του μέσα από νερά, χειμάρρους και ρυάκια, δέλτα ποταμών και άριστες αποχετεύσεις μεγαλουπόλεων . Ώσπου μια μέρα ξύπνησε μες σε αυτό το στενό κελί του. Έπλυνε το πρόσωπο του, ξυρίστηκε και φόρεσε αυτή την καρφίτσα στο πέτο του. Μια κιτρινιάρα σταγόνα ξερή απ το χρόνο με αμέτρητες φυσαλίδες αέρα.  Έτσι με τη στολή αυτή παρουσιάστηκαν στην εκκλησία, οι δυο, αυτό το πρωί Κυριακής.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου