Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2013

Το Πρότζεκτ(μέρος 2)



                                                                   

                                                           Το  γράμμα




Μπήκανε μέσα κατάκοποι και μουσκίδι μέχρι το κόκαλο. Ο τσοπάνης πέταξε το σακάκι του πάνω σε μία καρέκλα ατσούμπαλα, βγήκε έξω και κρέμασε την καρδάρα, με ότι γάλα είχε απομείνει μέσα, από ένα τσιγκέλι. Μπήκε μέσα ποδεμένος και έκατσε πλάι στη στόφα.
-Βραχήκατε ρε; τονε ρώτησε η Ελένη. Την ίδια στιγμή η Μαρία μπήκε στο μπάνιο να τρίψει τη βρώμα απ τα νύχια της. Και μετά από λίγο καληνύχτισε και πήγε να ξεκουραστεί σε αυτή τη μαύρη της κάμαρα. Ο γιος της, που ήτανε γύρο στα έξι, την ακολούθησε σχεδόν με ευλάβεια μέσα σαυτά τα αθλητικά του παπούτσια που αναβοσβήναν οι σόλες τους. Τσίτσιδος στο κορμί, με 'να κίτρινο σλιπάκι που είχε απάνω καρδούλες. Γέλασε ευχάριστα και βύζαξε το μεγάλο του δάχτυλο.


Ο τσοπάνης άναψε τσιγάρο και είπε στην Ελένη με σιγανό αλλά έντονο ύφος
-Φέρε κρασί. Εκείνη άκουσε το πρόσταγμα χωρίς καθόλου αντίδραση και καμία ντροπή. Έβγαλε από την μαύρη ποδιά της ένα φάκελο πράσινο, με δυο σφραγίδες που γράφαν στα ξένα, και τέσσερα πολύχρωμα γραμματόσημα. Το ακούμπισε σαν ευχή στο τραπέζι πλάι στο χέρι του που κάπνιζε σχεδόν πορτοκαλί, κι αυτός γύρισε σα να έγνεψε και κάρφωσε αυτά τα μάτια του πάνω σ' αυτό τον πράσινο φάκελο.

Το καντήλι έκαιγε και κάτι μύγες αργοπεθαίνανε πάνω στα τζάμια. Μπουμπούνιζε. Μια βουή κάλυβε τη νύχτα που έπεσε και ο δρόμος, με την άσχημη άσφαλτος έκρουε τις σταγόνες απάνω του. Καπνίζανε τα μπουριά και οι καμινάδες και όλος ο τόπος μύριζε αγριλιά και πεύκο και πέτρα.

Ο τσοπάνης άνοιξε το γράμμα με τα σκισμένα του χέρια, με τόση αγωνία στο μάτι του όση αυτή του αρνιού που συναντά το μαχαίρι Σαββάτο του Πάσχα. Κοίταξε, ένα πέλαγο έμοιαζε το γράμμα στα  μάτια του. Πήγε να συλλαβίσει να πει μα δε γνώριζε.
-Έλα Ελένη, κάτσε Ελένη. Κι έκατσε δίπλα η Ελένη του και ξεκινήσαν και οι δύο το διάβασμα στα κομπιαστά με της συλλαβές να κάνουν τη γλώσσα τους να πονά.



"Πατέρα. Στη ζωή τα πάω καλά. Πάω σκολείο, διαβάζω και έκδωσα μια κάρτα μηνιαίο εισιτήριο. Κορόνες πεντακόσεςεικοσιτέσσερις. Το παιδί είναι καλά και ο καιρός κρύωσε. Το ίδιο και η γυναίκα μου τα φιλιά της σου στέλνει.

Περπάτησα εχθές λίγο έτσι μέχρι το σταθμό. Τρία χρόνια τώρα τον ίδιο δρόμο, χωρίς σημασία. Πρώτα πλάι από κάτι σπίτια πανέμορφα, από πυρότουβλο και κεραμίδι. Με γκαράζ για ταμάξι, γραμματοκιβώτιο και μια αυλή να κάνει για τέσσερις. Καλοχτενισμένοι σκύλοι κοιτάζουνε πίσω απο τις φυλλωσιές και φέρνουν τούμπες στα γρασίδια σκεδόν κάθε φορά που περνώ.

Μετά, πλάι από το νεκροταφείο που κυκλώνει μια εκκλησία παράξενη(δε ξέρω τι θεό έχουν εδώ, σε τι αγίους πιστεύουν). Είναι ένα μνήμα εκεί. Παράξενο πολύ και λόγο δίπλα στις γκρίζες πέτρες δεν έχει. Είναι από τσίγκο και βαμμένα έχει με άσπρη μπογιά τρία ονόματα, εμένα μαρέσει. Στέκομαι για λίγο, και τα τρία αυτά χρόνια, κάθε φορά που περνώ, και συλλαβίζω στα σιγανά αυτά τα τρία ονόματα. Μετά το πρώτο φοβάμαι.


Είναι πατέρα θαμμένοι εκεί κάτι Ισπανοί ή Αργεντίνοι ή πράμα πιο δύσκολο να το σκεφτώ, αθρώποι απ τα βουνά της ξακουστής Βολιβίας. Μια από τις μέρες αυτές θα μπουκάρω μέσα και θα δω. Θα ανάψω και να κερί για του λόγου τους. Να ναι λες τα παιδιά τους μακριά; να περνά κανείς απ αυτό το τσίγκινο τάφο; Μετά συνεχίζω το δρόμο και μέχρι να φτάσω το σταθμό, μόνο αυτά τα τρία ονόματα σκέφτομαι. Τα συλλαβίζω να δω τι σημαίνει. Και κάτι φορές, να στο λόγο μου σου μιλώ, με πιάνει μια δύναμη απ το λαιμό, μια σκύλα, να χορέψω δυνατά να πηδήσω μέχρις τον ουρανό και ακόμη πιο πάνω φέρνοντας βόλτες και να σκορπίζω το χώμα τριγύρο μου.

Μετά μπαίνω στο τρένο και η σκέψις μου χάνεται λαχανιασμένη. Περνάμε ανάμεσα τα χωράφια με τις φράουλες και τους αρακάδες και μετά αναλαμβάνουμε τους μαθητές και τους εργάτες που πάν στις δουλειές τους.
 Δείχνω αυτή την κάρτα μηνιαίο εισιτήριο στον εισπράκτορα και μετά τηνε βάζω στη τσέπη.
Κοιτώ πάντα δύο φορές μήπως και πέσει, τη χάσω, και μετά κοιμάμαι μέχρι να φτάσω. Όσο προλάβω.




ΥΓ. Τώρα είναι σα να σε βλέπω να φυσάς τη στόφα απ τη σκόνη και μένα τζάτ να καψαλίζεις ψωμί. Έτσι μουσκεμένος από τη βροχή και καπνίζοντας αυτά τα φτηνά τα τσιγάρα σου. Πώς και τα αντέχεις ακόμα;


Γελάσανε και οι δυο ξανά και ξανά Και συμφωνήσανε πως να φυλάξουν το γράμμα να το έχουν και γιαυριο. Το βάλανε λοιπόν πάνω στο σερβάν, κάτω από αυτό το άσπρο πλεκτό να μη φαίνεται, που δε φτάνει ο μικρός και που είναι μέρος επίσημο και δε το ζυγώνει κανένας.

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

Το Πρότζεκτ(μέρος πρώτο)

                                                                                    
                                                       


           



                                                        Το μαντρί




Χρυσίζουν η ελιές και τα πουρνάρια στο κάμπο, πηγενοφέρνει τις παπαρούνες ο αέρας και οι ραχούλες φυτρώνουν σα στήθια η σα μπράτσα απ τη γη. Κρα κρα ακούγεται μακριά ένα κοράκι. Κου κουου λίγο παραπέρα κελαδά μια κουρούνα, και πίσω, πίσω στις ραχούλες ακούγονται κάτι βελατά από πρόβατα σπαρτά. Από το δρόμο πέρνα ένα παλιό αγροτικό με σάπια καρότσα και δυο επιβάτες κατάκοπους και ιδρωμένους, να λαχταράνε λίγο φαγητό και ένα κρεβάτι να πέσουν Σηκώνουν χώμα τα αγόρια στο ποδόσφαιρο και τα κορίτσια δείχνουν τα φουστάνια τους και προσέχουν μη τσιμπηθούν στα αγκάθια που είναι σουγλερά.

Στο καταράχι, σε μια φωλιά από σφάλαχτρα κάθετε ο Φώτης, καπνίζει, φυσά τις μύτες του και ψεφτοκλαίει φαίνεται. Ξεφυσά και βήχει και αγναντεύει το κοπάδι που μοιάζει σα με βαμπάκια στη χλόη, ακούει λίγο τα τροκάνια και τον αέρα και κοιτά τον κάμπο βαθιά πέρα απ τη σκαλίτσα, πιο μακριά απ τη βόθουλα μέχρι που φτάνει το μάτι του στο ξακουστό όρος Ορθολίθι. Μπουμπουνίζει.

-Ενιακόσα μέτρα, μάλωνε εχτέ, η κορφή του από τη θάλασσα.
-Ο-χί, του έλεγε ο Μάκης ο τζίτζιλας με μανία, από χιλιόμετρο πάνω!
Και γαμωσταυρίζωνταν απανωτά.
-Να, να μη σώσω να βγω απ την πόρτα, φώναζε ο Φώτης και χτύπαγε στο μοσαικό του καφενείου το πόδι με αυτά τα άρβυλα που ταν μέσα στη λάσπη και το σκατό.
 -Εχει κριμένη και μια σπηλιά και είχε πάει παιδί ο Μπακάλης και είχε αφήσει μέσα ένα άλογο και ούτε ξάναρθε το Σταύρωμά του! Μου το λεγε: άκουγα το κύμα από κάτω Φώτη, την αρμύρα να έρχεται κι όλο φώναζα έλα έλα έλα, μα τίποτα το θεό του, μόνο χλιμίντραε κι έσερνε πέτρες το κατήφορο, Παύλο, Παυλάκι έλα έλα.
 Καταλαβαίνεις; Έφτανε η τρύπα στο νερό! Δε μποραε το ζώ να σταθεί στα πόδια.
-Ρε σάμπως όνειρα βλέπεις; ε; Χαϊβάνι είσαι καημένε;
-Πάμε, πάμε γαμώ τη Παναγία σου, πα να μετρήσουμε τώρα! ωρυόταν ο Φώτης.


Σηκώθηκε με κόπο, από αυτή τη φωλιά από σφαλαχτρο, τράβηξε μια τελευταία τζούρα από το τσιγάρο του και το στούμπιξε με τη μαγκούρα του στο χώμα, μια συνήθεια που την κουβαλάει μαζί του απ τα θερμά καλοκαίρια στον κάμπο, έτσι να μην αρπάξουν τα σπαρτά και τα πράματα. Ο αέρας του έριξε το σακάκι που είχε στις πλάτες του. Μαζώχτηκε και φώναξε δυνατά προς το κάμπο.
-Έπα, έπα, έπα!

Τροκάνια βαρούσαν πιο γρήγορα και πλημμυρίσαν σα χείμαρος τη ράχη. Τα βελατά πύκνωσαν και η μυρουδιά της κοπριάς σκέπασε το κρύο αέρα που πίσω του έσερνε τη βροχή. Πότισε η μυρωδιά τα λιθάρια και το κοκκινόχωμα. Σκέπασε το μονοπάτι που περνούσε μες τη νύχτα κιο το σκυλί το αδέσποτο, που του είχε ρίξει με αλάτι χοντρό στα πισινά ο  γιος του μπακάλη. Το ίδιο μονοπάτι που πάει η Μαριώ τις νύχτες πριν επιτεθεί στα κοτέτσια. Η Μαριώ με τη φουντωτή ουρά και τα σουγλερά δόντια, που όταν είναι χορτάτη ξαπλώνει τ' ανάσκελα και κοιτά τους σκορπιούς που πάνε και κρύβονται κάτω απ' τις πέτρες.

Ένα σμήνος πουλιά κράοντα περάσανε πάνω απ το λόφο και έπειτα πάνω απ το Φώτη. Τράβηξε τη συρματένια πόρτα να μπουν τα ζωντανά και φύσηξε τη μύτη του στον αέρα, η κακία του η συνήθεια αυτή ποτέ δε θα τον άφηνε. Άπνοια. Τα πρόβατα μπήκανε όλα, εξίντατέσσερα τον αριθμό, ένα πίσω απ τ' άλλο, μπουκλοτά, ξέξασπρα, βουκολικά, σα να πιάσανε το τελευταίο λιμάνι της ζωής τους. Τ´αρνιά βελάξανε για γάλα. Προυνια, προύνια, σιγοψιθύριζε ο Φώτης. Έλα έλα έλα μουρμούριζε η νύφη του. Μαυροντυμένη από τα εικοσιπέντε της, με ένα μωρό παραμάσχαλα, ορφανή και αυτή του λόγου της από πατέρα.

Σκούπισε λίγο τον υγρασία στο κούτελο με το τριχοτό χέρι της και ίσιωσε λίγο τα ψεφτομούστακα της αυθόρμητα. Κοκκινίσαν τα μάγουλα της σα ρόδια κι έσκυψε το κεφάλι.
-Αΐντε αΐντε Μαρία, βαντα από πάνω να ´ρμέξουμε νύχτωσε. Και τα βάραγε η Μαρία με μια βέργα, ανέκφραστη με ένα πρρρρ στα χείλια. Αμίλητη, άβουλη μόνο με να Τσαπρρρρ χαμηλότονο στο στόμα να της τυραννά την ανάσα.

Ο Φώτης κύλησε ένα λιθάρι τρεις φορές το κεφάλι του, φούσκωσε και ξεφούσκωσε για μια στηγμή μα ο χρόνος του δεν ήταν για χάσημο.Έκατσε στη μέση της πόρτας που χώριζε το μαντρί στα δυο και έβαλε εμπρός του την καρδάρα.
-Ελα Μαρία τι κανείς κοιμάσαι; Άντε μωρή μας πείρε η νύχτα! Και κουνήθηκε η Μαρία απότομα γλιστρώντας μες τη λάσπη και τη κοπριά. Φιλότιμο το όνομα της το μεσαίο. Έπεσε μέσα στη γλίστρα και τους βίκους.
Στηρίχτηκε στο υγρό χώμα και σηκώθηκε. Δεν έβγαλε άχνα, μόνο, έλεγε προύνια προύνια πρόγκαγε τα ζωντανά προς το στένεμα και πιπιλούσε λιγο αραποσίτι που είχε στις τσέπες της.
Οι προβατίνες μια μια περνάγανε από τα ατσούμπαλα χέρια του τσοπάνη, κι αυτός της άρμεγε τα μαστάρια τους και φανταζόταν στήθια γυναικεία, σφριγηλά, νεαρά. Κόρες που έβλεπε κάθε του αει Λια στο πανηγύρι στο Ορθολίθι. Καλοφτιαγμένες και χτενισμένες, πλυμένες με σαπούνι και κάτι φουστάνια κλαρωτά να φέρνουνε γύρους χορεύοντας. Δεν ήτανε κορίτσια αυτά, ήταν στοιχειά που τον τρέλαιναν.

Κάποιες απ της προβατίνες τρέχαν να φύγουνε, σα τη γυναίκα του όταν ήτανε νέα και την κυνηγούσε στα λαγκάδια να ερωτοτροπήσει.
Μμμρρρρ, μμμμμμ του έκανε και τον φασκέλωνε και με τα δυο της χέρια. Οχιά την είπε μια μέρα, γιατί χχχχχι του έκανε χχχχι σα το φίδι.

Καμιά δε πετύχαινε να γλιτώσει, ούτε τα ζώα ούτε η Ελένη. Τις τσάκωνε όλες από το πόδι το πίσω της τραβούσε άγρια και βλαστημώντας τις άρμεγε. Κάποιες άλλες πιο ζωηρές του βρομούσαν το γάλα. Μα αυτός ακλόνητος, άσπαστος!
-Το σταύρωμα σου ρουφιάνα, έλεε και γελούσε βαθιά μες το νεύρο του και με τη χούφτα του, σα κουτάλα που ήτανε, πετούσε έξω τη βρομιά και τη σπούρα.

Μια βροχή ξεκίνησε και κάθε σταγόνα ένιωθε στο κορμί σα Θάλασσα. Τόση είχε την κούραση πάνω του. Το άρμεγμα κρατούσε να πάρει τέλος. Και εκεί στα ξεβλάσταρα κάνει ένα τζάτ εκείνη η μπούτσκα και του χύνει μισή καρδάρα γάλα στο χώμα. Τις γράπωσε το πόδι αμέσως. Κοίταξε το γάλα να το ρουφά η λάσπη, να αλλάζει χρώμα να γίνετε αόριστο κι άχριστο. Δεν είπε τίποτα. Κοκκίνισε και ένιωσε το σατανά να ουρλιάζει ξόρκια μέσα του. Να άμα μου ζήταγε κανείς να πω τη ζώο θυμίζει αυτός ο τσοπάνης, που πριν από λίγο κάπνιζε και ψεφτόκλεγε καθισμένος πάνω στα σφάλαχτρα, αγναντεύοντας αυτόν τον κάμπο τον ατελείωτο, τον καιρό, και το μνήμα του γιου του στην απέναντι ράχη τότε θα απαντούσα ότι δε μοιάζει με κάποιο ζώο που ζει στην κοιλάδα η στο βουνό η κάποιο που ζει μακριά στις αφρικάνικες στέπες, μα με ένα θηρίο βγαλμένο απ την άβυσσο, ένα σμερδάκι που στοιχειώνει το βουνό πάνω απ το χωριό και βγαίνει σε άτακτο χρόνο να φα ότι βρεθεί έξω στο δρόμο του.

Ελέησον σατανά! Της λέει. Πόρνη! Πουτάνα! Βρυχάται από μέσα του της χτυπά μια στα τσιμεντολυθα να τηνε σκοτώσει. Τίποτα. Πόρνη! Ξανά βρυχάται και της δαγκώνει τη μύτη να τηνε φάει. Της σπρώχνει μια να φύγει, ητανε μάτταιο να προσπαθεί να τηνε φά με τα χέρια του γημνά. Εδώ θα μηλίσει μαχέρι.

                                                           














Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2013

Δείπνο στο ξενοδοχείο Elise 1.




Ήτανε αει φέρεις, σε διάφορα καμπαρέ και αλλά σκοτεινά χαμαιτυπεία στο  παρελθόν του. Δεν πάει και τόσος καιρός από τότε, μα πολλές από της παλιές συνήθειες και ενδιαφέροντα έχουν αλλάξει. Το ίδιο βεβαίως  και η απόσταση του ενός ανθρώπου απ τον άλλο.

Βρισκόμαστε σε ένα υπόγειο ξενοδοχείο μεγάλο να φιλοξενήσει, σε αυτό βέβαιος το ρημαγμένο εστιατόριο, περί τα 250 άτομα. Οι καλεσμένοι  είναι άνθρωποι. Μα μια κατηγορία που χρειάζεται επίβλεψη και προσοχή. Είναι σα να λέμε απ αυτούς τους ανθρώπους που άμα τους αμολήσεις λεύτερους θα φέρουν τη γης τούμπα.

Τίποτα κακό δε κάνουν αυτοί οι περίεργοι άνθρωποι, μόνο που η εμφάνιση τους και τα φερσίματα τους είναι απ το συνηθισμένο πολύ μακριά.
Στρίβοντας αριστερά από την κεντρική οδό της πόλης, σε να παράδρομο στενό και υγρό, βγαλμένο από άλλη εποχή, κάπου κοντά στα 1974 να μοιάζει το έξω του δρόμου, συναντά κανείς το υπόγειο ξενοδοχείο Elise. Απ έξω είναι σταθμευμένα λίγα αυτοκίνητα και η σκόνη, μαύρη, καλύβει τα πεζοδρόμια και τα καδρόνια που έχουν σφραγίσει τις πόρτες τον απέναντι καταστημάτων.

Ένα σκυλί περνάει κουτσό αφού κοίταξε δυο φορές μπρος και πίσω το δρόμο και μια γριά φτύνει απ τα μέσα της να ξαποστείλει τον νέο που περπατά προς τη δουλειά του αργός και νυσταγμένος.

Είναι παντού ο θεός. που σήμερα στέλνει βροχή, απαλή να κτυπά το τσίγκο και να κυλά πάνω σ´αυτά τα σκονισμένα καδρόνια που σφραγίζουν τις πόρτες των καταστημάτων. Υγρασία βαρά τον αει φέρει με όλη τη βία του νερού, μια μηχανή παλιά μόλις άναψε, βρομάει πετρέλαια και φεύγει βιαστικά.

Έτριψε έτσι τα μούτρα του και άναψε τσιγάρο. Τσαλάκωσε το πακέτο και το πέταξε αόριστα χωρίς να το σκεφτεί. Κύλησε λίγο αυτό και κιο το σκυλί έκανε έτσι και μύρισε.
Βάρεσε τη πόρτα του Elise με τη γροθιά του δυο φορές και περίμενε στο ψιλόβροχο και την υγρασία. Ποιος να 'νοιξει; σκέφτηκε. Η Ρίτσα; η Στέλλα, ο Νίκος; Σιγά που θα χ' έρθει από τώρα ο Νίκος.

Τρόμαξε από έναν άξαφνο ήχο στο βάθος του δρόμου. Μια φωνή βαθιά απ τα φαράγγια ακούστηκε να ξεψυχά μες τις ψιχάλες.
-Ελειειειειει, βρε σα-τα-να! φώναξε ο Νίκος που ερχότανε μες την ενέργεια.
-Ελειειειειει, βρε κατσαπλιά! βρεει, βρεει που σαι συ; ρώτησε με τα γέλια μέχρι τα αυτιά ο αει φέρεις.
-Τι έγινε ρε; είπε ο Νίκος και έκανε πάσα μια μισοκαμένη τζιβάνα. Πάρε ψιλή, έχω κι άλλο για το φόρτο αργά, είπε και τα μάτια του κολλήσανε κάπου ανάμεσα στα μάγουλα του αει φέρει και μύτη του που έτρεχε.
-Αααα, γεια στα χέρια στου μάστορα, είπε και κατάπιε το καπνό σαν άλλο ερπετό της άγριας ζούγκλας.
-Βάρεσες τη μπόρτα ρεει; είπε και χτύπησε με τη γροθιά του άλλες δυο φορές.
-Αμε, βάρεσα πως δε βάρεσα. και γέλασε με όλη του την καρδιά.
-Α, καμένε μου, είπε ο Νίκος και γελάσαν και οι δυο μέσα σαυτό το στενό, κάτω από τη ψιχάλα και την υγρασία.

Ένα βρέφος ακούστηκε να ξυπνά και μια μάνα, ζεστή και χτενισμένη, ξενύχτισα ξέντυσε το κορμί της και άφησε όλο τον κόσμο να της χαϊδέψει το δέρμα.

Η Πόρτα του Elise  άνοιξε με ένα σπασμό και να τρίξιμο. Καλημέρα είπαν και οι δυο με ένα στόμα και ένα χαμόγελο ισχνό να τους καλύπτει τη νύστα.

Η Ρίτσα δε μίλησε μόνο στάθηκε εκεί σα το άγαλμα να τους κοιτά σοβαρή κρατώντας το πόμολο αυτής της κόκκινης πόρτας. Γύρισε τη πλάτη και κατέβηκε τις σκάλες. Ο Νίκος και ο αεί φέρεις ακολούθησαν με το κεφάλι σκυφτό και τη ζέστη να τους βαράει τα πρόσωπα.
















Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2013

Ο μικρός και ο κορκόδειλος.




Δεν ξέρω τι διάολο με έπιασε και δε μπορώ να καταλάβω τι συμβαίνει. Δεν έχω αυτιά νακούσω και τα μάτια μου χάσαν το βλέπω τους. Δε θυμάμαι πολλά απ το πριν, μόνο, μόνο πως τραγουδά ο κορκόδειλος θυμάμαι καθαρά. Οδηγούσα λέει. Δε ξέρω άμα ήτανε όνειρο η κάποιο αστείο, είμαι σίγουρος πάντα ότι έμοιαζε κάπως, η κάτι λίγο πιο κοντά σε ζωή Οδήγαγα  με το γιο μου πλάι να κάθετε σε να καρεκλάκι αμαξιού. Ταξιδεύαμε λέει μέσα στα βόρεια δάση, στα καταπράσινα, με αυτό του λουλακί αυτοκίνητο.  Βότσαλα τεράστια  ήταν κριμένα μες τα δέντρα και κάτι  μικρούλες ακρίδες πηδάγανε πλάι μας σα να μας ακολουθούν.
 
Νομίζω, ότι μέσα από τους ήχους της πιπίλας που βύζαινε, μοιάζαν τα μάτια του να ακολουθούν  τα τοπία που φεύγανε γρήγορα γύρο μας και αυτές τις αστείες ακρίδες να πηδάνε ξοπίσω μας.

Γύρισε και μου χαμογέλασε και αμέσως χωρίς να περιμένει κάπγοιο αντίκρισμα κοίταξε έξω. Δεν είχαμε, ούτε εγώ ούτε αυτός, κάψα για πάρλα. Εγώ ποτέ μου δεν είχα. Αυτός ελπίζω να έχει όταν θα γίνει μεγάλος. Άνοιξα το ράδιο και έβαλα ειδήσεις. Η ώρα πλησίαζε δώδεκα. 

Η παραγωγός εκφώνησε τις ειδήσεις της μέρας. Κάπου άκουσα τις λέξεις Ελλάδα, λεφτά και μια φράση περιληπτική της άσχημης κατάστασης κάτω. Μέσφιξε η καρδιά μου και τα χείλια μου. Παραλίγο δε να ξεχάσω το δάσος αυτά τα τεράστια βότσαλα και τις χαριτωμένες ακρίδες. Και μέβαλε για λίγο το κεφάλι μου να φωνάζω και γω πλάι στους δασκάλους, τους επιστάτες και τους μαθητές. Έφυγες είπα. 


Αφήσαμε το αμάξι σε μια καβάτζα παράλληλα με ένα επαρχιακό δρόμο και πήγαμε λίγο περπάτημα μέχρι τη λίμνη. Πίσω μας είδαμε τις ακρίδες να τρέχουν το δρόμο τους και να μας χαιρετούν χοροπηδηχτά. Ο μικρός πήγε να πει και του τράβηξα την βυζανιάρα απ το στόμα. Την έβαλα στην τσέπη. Θάλασσα είπε. Και με χαστουκίσανε όλα τα κύματα του αργολικού κόλπου μαζί. Μου κάψε η άμμος τα πόδια μου και το ρίγος με πήρε συθέμελα. Θες να πάμε στη θάλασσα ρώτησα. Κι αυτός κούνησε το κεφάλι καταφατικά. Θα πάμε είπα και συμφωνήσαμε και γω και αυτός με μια σιωπή.

Περπατήσαμε για λίγο δίπλα από τη λίμνη που ναι στο δάσος και μετά συμφωνήσαμε να πάμε πίσω στο αμάξι. Κουραστήκαμε και οι δυο μας από το ποδαρόδρομο και μου ζήτησε να τονε πάρω στην πλάτη. 

Στο δρόμο πίσω όλα μοιάζανε αλλιώτικα. Τα τεράστια βότσαλα χάθηκαν και στη θέση τους ήταν αγριόχορτα και καλοβαμένες άσπρες γραμμές του επαρχιακού δρόμου. Το ράδιο έπαιζε ένα γλυκοτράγουδο του James Blunt και αυτό το ατελείωτο βόρειο δάσος, τώρα ήμουν σίγουρος, θα τελείωνε σύντομα.

Ο μικρός με κοίταξε και ξεφώνισε την ιδιότητα μου δυο τρις φορές μέχρι να με προσγειώσει στο κόσμο. Κορκόδειλος μπαμπά είπε. Που ναι ο κορκόδειλος Σταύρο; Και μου δειξε το ραδιόφωνο και αυτόν το τραγουδιστή που μόλις είχε χάσει την ανθρώπινη του υπόσταση και είχε γίνει ένας πράσινος αιμοβόρος κορκόδειλος, που δε του αρέσουν τα χάδια.

 

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2013

Η Πόλη της Φωτιάς(μέρος πρώτο)






Εκεί, στη μέση της πέτρινης έρημος απλώνετε η μητρόπολης, η άλλοτε υπερδύναμη ανάμεσα στης τέσσερις πόλης, τώρα ένας νεκρός μύθος, ένα άδειο γιγάντιο κουφάρι από τσιμέντο και σίδερο.
Εκεί που στο παρελθόν υψώνονταν δέντρα, ανάμεσα στα πανύψηλα κτίρια (σαν κι αυτά που ξύνουν τη κοιλιά του ουρανού) υπόγειες συγκοινωνίες, κίνηση αυτοκινήτων, λωρίδες για τα δημόσια λεωφορεία, ποδήλατα, πολυπολιτισμικά εστιατόρια και μεσιτικά γραφεία. Μουσικά στέκια, θέατρα, γήπεδα και σχολεία ξεπετάγονταν μέσα απ τα δέντρα και το πράσινο και τα νερά και τις λίμνες που ητο σπαρμένες μες την Πόλη της Φωτιάς.
Κι ο ουρανός, αυτός ο ουρανός απλωνόταν κι αυτός σαν μια γέφυρα για το αλλού και χαιρότανε με την ακμή της.

Φασαρία έκανε ο κόσμος της. Φωνές και γρήγορος ρυθμός στο περπάτημα έξω από καταστήματα ρούχων, μικρών καφέ και κέντρων αλληλεγγύης.

Μα αυτά ανήκουν στο πριν. Τα κτίρια της πόλης ξεφυτρώνουν τώρα μέσα από μια ομίχλη κάτασπρη, και τα δέντρα που στέκουν στο πλάι τους σαν καμένα σπίρτα είναι κατάμαυρα. Τα αγριόχορτα κάλυψαν τους δρόμους της και τα αμάξια εδώ και εκεί μοιάζουν έτοιμα να μπουν και πάλι σε κίνηση. Μα αυτό είναι μόνο μια ψευδαίσθηση που φτιάχνει η θέση τους. Αφημένα σα να ήταν ξαφνικά από τους οδηγούς τους, σα να έτρεξαν να ξεφύγουν από το μεγάλο κίνδυνο που έσφιγγε γύρω τους. Καταστήματα με ρημαγμένα καθίσματα και σπασμένες τζαμόπορτες, διαμερίσματα ακατάστατα με οτι αστικό χρειάζεται πεταγμένο αδιάκριτα χάμω και της δημόσιες υπηρεσίες σφραγισμένες με μολιβδοσφραγίδα και ξεθωριασμένη τη δικαστική εντολή.

Τώρα έχει επιβληθεί η σιωπή. Δε σαλεύει  πράμα, ούτε κάποιος βιάζεται να πάει στη δουλειά του. Δεν έχει έγνοια ο καφετζής μη και χυθεί ο καφές του, και ο πωλητής ασφαληστιρίων ζωής να ανακαλύψει καινούριες στρατηγικές πώλησης.


Βρέχει στην Πόλη της Φωτιάς. Αργά και σταθερά πέφτουν οι ψιχάλες η μια πίσω απ την άλλη, η μία πάνω στην άλλη. Μουσκεύουν τις στάχτες και μια παιδική ζωγραφιά που είναι σκόρπια έξω από τον παιδικό σταθμό της οδού 46. (Πρέπει εδώ να σας πω ότι οι δρόμοι στην πόλη της Φωτιάς ονομάζονταν με αριθμούς. Για παράδειγμα ο παιδικός σταθμός που εξυπηρετούσε τη περιοχή Άλσος στεγαζόταν στην οδό 46 αριθμός 4).
Είναι ζωγραφισμένη από την Χλόη. Κόρη της Ζωής και του Νίκου που έζησαν σε ένα άνετο διαμέρισμα κάπου στο άλσος(περιοχή αρκετά μακριά από το κέντρο της πόλης, εκεί κατοικούσαν πολλές οικογένειες και λίγοι συνταξιούχοι). Η Χλόη είχε γυρίσει εκείνη τη μέρα χαρούμενη από το σταθμό χοροπηδώντας και κουνώντας τη ζωγραφιά να την δείξει στη μαμά που περίμενε στο σπίτι μαγειρεύοντας. Ο Νίκος και η Ζωή την βοήθησαν να βγάλει τα παπούτσια της και τη ζακέτα της. Να πλύνει τα χέρια της και να καθίσει σε αυτό το κάτασπρο καρεκλάκι δίπλα από το τραπέζι της κουζίνας. Το δίχως άλλο η Χλόη ξεκίνησε να εξηγεί τη ζωγραφιά της καθ όσο οι γονείς της χαμογελαστοί έστρωναν το τραπέζι για φαΐ.
Έδειξε το μπαμπά, τη μαμά και μια στρουθοκάμηλος που στεκόταν λίγο πιο δίπλα τους.
Και απόρησαν και οι δυο γονείς με αυτό το μεγάλο μπαλόνι που αιωρούνταν στο βάθος πιο πίσω τους.
Μα η Χλόη δεν άφησε καμία ερώτηση αναπάντητη. Τους τα εξήγησε όλα αυτονόητα.

Και γεμάτη χαρά τρεχογύριζε από την κουζίνα μέχρι το καθιστικό, μέχρι που οι γονείς ένιωσαν την έγνοια και τον κίνδυνο να τους σμπρώχνει κατάμουτρα. Μα τίποτα δε συνετούσε τη Χλόη απ τη μέθη της. Τίποτα δε σταμάτησε αυτή τη ροπή της να κατοικεί μόνιμα σ' αυτό το μεγάλο μπαλόνι μαζί με αυτή την άσχημη στρουθοκάμηλος και τους δύο γονείς της.

Βρέχει στην πόλη της Φωτιάς. Η βροχή μουσκεύει τώρα αυτήν την παιδική ζωγραφιά και κάνει τα χρώματά της όλο ένα να σβήουν μαζι με το νερό ανάμεσα στης χαραμάδες του δρόμου και να στάζει σταθερά, το χρώμα τους το άλλοτε ζωηρό, στις αποχετεύσεις της πόλης.

Δύο κορμιά, μια γυναίκα και ένας άντρας, είναι ξαπλωμένα στο κέντρο της πόλης της Φωτιάς. Κοιτούν ο ένας τον άλλο. Τα πρόσωπά τους είναι κοντά και τα κορμιά τους δείχνουν να αναπνέουν. Η γυναίκα παρατηρεί το νερό που κυλά στο πρόσωπο του άντρα. Οι σταγόνες πέφτουν ασταμάτητα και φτιάχνουν μικρές εκρήξεις στα μαγουλά του και στους κροτάφους του. Όσο για τη μεριά που είναι πατικωμένη στο δρόμο, λασπωμένη είναι και βρόμικη. Γύρο τους τα κτίρια παρατηρούν επιβλητικά και με δέος.

Η γυναίκα σηκώνετε και περπατά αργά. Σαν να έκανε τη βόλτα της σε αυτή την Πόλη, στην ακμή της, σαν κάποιος επισκέπτης σε καλοκαιρινές διακοπές η κάποιος που είχε μόλις βρει μια δουλειά και μετακομίσει εκεί.
Προχώρησε την οδό 4 πέρα μέχρι τη διασταύρωση με την οδό 13. Πάνω στο κορμί της η βροχή έδειξε να σταματά. Ο άντρας γύρισε ανάσκελα στο δρόμο και έβηξε έτσι άρρωστα. Σα να ήθελε να βγάλει από μέσα του ένα κακό δαίμονα.
Κοίταξε τον ουρανό που σκοτείνιαζε και τη βροχή που λάβαινε τέλος μέσα από τους ουρανοξύστες της πόλης. Πάτησε στα πόδια του και κοίταξε τη γυναίκα να χάνετε πίσω από τη γωνία του τετραγώνου. Ξεκίνησε και αυτός αργά να ακολουθεί τα χνάρια της που φαίνονταν ξεκάθαρα στα λασπωμένα μέρη του δρόμου.









Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013

Οι Δυο




Περπατάγαν κι δυό ανάμεσα στα φουντωμένα αγριόχορτα και τα καλάμια. Γύρο βούιζε ο τόπος ολος. Έτσουζε η τσουκνίδα όπου ακούμπαγε και τα όρνια γυροφέρνανε πάνω από την καυτή έρημος. Η ζέστη βαρούσε κατάλευκα τη Σοφία, και οι δύο το δρόμο τους.

Στάθηκε ο πρώτος και κοίταξε τα έντομα. Σταμάτησαν όλα. Ήρθε η άπνοια να τα παύση όλα εκτός απ τον ήλιο. Ο δεύτερος δε σάλεψε, είχε παγώσει το αίμα του. Κάποιες απ της μέλισσες στάθηκαν στο μάγουλο του και άλλες στα χέρια του. Άλλες πετούσαν αόριστα γύρο τους. Και σπάνια λίγες, που ήταν από της άλλες περισσότερο αδιάφορες, γλείφαν το νέκταρ που κυλούσε άφθονο μες τα μπουμπούκια.

Κράταγε γερά και κόλλαγε το πιγούνι με τα μούσια του ανάμεσα στα σίδερα. Μες τα τσιμέντα, κλεισμένος στενά. Έμαθε να κοιτά έξω μόνο από της γωνίες που του έδειχνε το παράθυρο του κελιού του. Έπαψε να μιλά στους περαστικούς, να ακού την καμπάνα και να μυρίζει το ψωμί. Νόμιζε έγινε μέλισσα που πέταγε 'δω και 'κει να μαζέψει το νέκταρ. Όλες της μέρες του χρόνου. Ποιος λόγος να τον έφερε εκεί;

Ντόρος πολύς για αυτήν την κατάσταση. Κουβέντα που άναψε για μερικές εβδομάδες από την πιο μικρή αυλή και μποστάνι μέχρι και την λειτουργία της Κυριακής. Το όνομα του παντού και η ιδιότητά του το ίδιο. Πήραν απόφαση και τον ρώτησαν, ήταν περίεργοι να δουν το κάτι δεν πάει καλά του.

Ορίζοντες είπε αυτός. Μήκη και πλάτη, ουρανοί και στεριές μαζί με τον αέρα και το φως. Ημέρα και νύχτα ασταμάτητα. Τους κοίταξε και ήτανε σα να σταμάτησε αυτή τη ροπή προς το μέρος του, αυτό το ξαφνικό προς τα εμπρός τους. Κοίταξαν έξω απ αυτό το τέλειο άνοιγμα του κελιού του.


Ο δεύτερος σα το θεργιό τράβηξε τον πρώτο απ τον ώμο Τα έντομα συνέχισαν τη βοή τους, αυτό το πήγεν έλα το αιώνιο. Τον κοίταξε μέσα στα μάτια σα να κοιτούσε πίσω στα χρόνια. Τράβηξε απ την ζωστήρα του ένα σουγλερό σουγιά και τον έμπηξε βαθιά μες την καρδιά του.


Δυο μέλισσες πλησίασαν βιαστικά προς το μέρος του και ο πρώτος σωριάστηκε στο χώμα. Τον χαιρέτησαν με νόημα και σκέρτσο, και η μια, πιο θαρραλέα, του ψιθύρισε στο αυτί για το μυστικό ποτάμι που περνά κάτω απ το χωριό. Αυτός δεν άκουγε τίποτ' άλλο από ένα ζουζούνισμα μέσα στ' αυτί του, μα ύστερα ξεχώρισε τα λόγια αυτής της κόρης του ήλιου και της Ανθής.

Έριξε με κόπο τον πρώτο στη ράχη του( στο δρόμο για το ποτάμι, ο πρώτος, στράγγιξε απ όλα τα υγρά)και ακολούθησε πίσω από αυτές της δυο μέλισσες που δείχναν το δρόμο μέσα από τα φουντωμένα αγριόχορτα. Φτάσαν, με το περίμενε του να κινείτε σε κάποια άλλη στιγμή, κοντά σε αυτό το ποτάμι που έτρεχε παχύ και ακατέργαστο μέλι. Του 'καναν νόημα να ρίξει το τάχιστο το κουφάρι που κουβαλούσε επάνω στη ράχη του.

Βούλιαζε αργά μες το μέλι που του σφράγιζε κάθε επιθυμία γι' αέρα. Μέχρι που έφτασε στον πυρήνα του ποταμού, εκεί που το ρέμα κυλάει ασταμάτητο. Εκεί που οι στρόβιλοι ασκούν δυνάμεις ανώτερες.
Τονε πείρε για μίλια. Τo ταξίδι του μέσα από νερά, χειμάρρους και ρυάκια, δέλτα ποταμών και άριστες αποχετεύσεις μεγαλουπόλεων . Ώσπου μια μέρα ξύπνησε μες σε αυτό το στενό κελί του. Έπλυνε το πρόσωπο του, ξυρίστηκε και φόρεσε αυτή την καρφίτσα στο πέτο του. Μια κιτρινιάρα σταγόνα ξερή απ το χρόνο με αμέτρητες φυσαλίδες αέρα.  Έτσι με τη στολή αυτή παρουσιάστηκαν στην εκκλησία, οι δυο, αυτό το πρωί Κυριακής.


Πέμπτη 6 Ιουνίου 2013

Το μυρμήγκι

Το μυρμήγκι. Τι τέλεια μηχανή. Έξι πόδια η οκτώ δεν ξέρω σίγουρα, πάντως με τίποτα τέσσερα. Τεθωρακισμένο και συμπαγές, πανίσχυρο. Πολλοί θαυμάζουν τις αρχιτεκτονικές του ικανότητες, άλλοι το σύστημα επικοινωνίας του. Ξέρεις αυτά που κάνει με τα χημικά και μ'αυτά. Πως κλείνει το μάτι κανείς άμα κάνει καμάκι κι έτσι. Χημεία. Τέλος πάντων το έπιασε στα δάκτυλά του αυτό το μωρό κι αυτά και το κοίταξε δηλαδή πρώτα σα να 'ναι σβηστό χωρίς σκέψη ρε παιδί μου ασούμε.


Αυτό το μεγάλο παχουλό μωρό δηλαδή. Ξυπόλυτο χωρίς παπούτσια κι αυτά. Ξεκίνησε να το ζουπάει δηλαδή αλλά του λένε σταμάτα κι αυτά και σταμάτησε για λίγο αλλά (;). Μου φάνηκε σα να ναι κακό το μωρό. Αλλά δε σταμάτησε αυτό, το μωρό δηλαδή, και το μυρμήγκι ξεκίνησε να χτυπιέται και τα λοιπά και να κουνάει τα πόδια έτσι υστερικά δηλαδή και πέταγε και αυτά τα χημικά να μην πάνε άλλα μυρμήγκια και τυραννηθούνε δηλαδή. Του είπανε σταμάτα ρε παιδί μου το πονάς δηλαδή δε καταλαβαίνεις; Αλλά που;

Εγώ τώρα, τον ήξερα το ένα γονιό και ότι ήταν ευέξαπτος κι έτσι και ότι έπαιζε με τι φωτιά το παχουλό μωρό κι αυτά. Τον άντρα δηλαδή έτσι με τη μάνα του που να τηνε ξέρω γω τη γυναίκα κι αυτά . Κάτσανε δίπλα του η μάνα του πήγε και ο αυτός που ήξερα, ο πατέρας του δηλαδή και ρε χρυσέ μου ρε καλέ μου κι αυτά αλλά που;
Το κάθε τι του τάξανε, ρε να μη παραδίνεται με καμία κυβέρνηση και συλλάβιζε όλο ένα:
-Μυ-μή-γκι.
Και γέλαγε και αυτά, που να ξερε τώρα όμως, το φοβέρισε λίγο ο πατέρας του κι έτσι και λίγο μάσησε το μωρό και αυτά.

Τελικά του τραβάει μια δαγκωνιά το μυρμήγκι στο δάκτυλο το καλό, απ ότι μου είπε δηλαδή ο πατέρας του μετά, και ένα κακό μια φασαρία δηλαδή, άσ'τα. Μάτωσε; πρέπει να έτρεξε λίγο αίμα κι αυτά αλλά ντάξει το φτιάξανε και τα λοιπά. Το είδε μετά ο πατέρας το μυρμήγκι που έφευγε έτσι έσουρνε τα πόδια τα πίσω δηλαδή και μη σου πω τι του έκανε. Τέλος πάντων, άφησε αυτό πίσω του τώρα τα χημικά και τα αυτά μην πάνε και τα άλλα μυρμήγκια κι αυτά και ταλαιπωρηθούνε τώρα με αυτό το μωρό το παχουλό κι αυτά και κείνο τον πατέρα του το τσαντίλα να πούμε. Τώρα τι να σου πω; ζει δε ζει κείνο το μυρμήγκι δε ξέρω.