Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2013

Δείπνο στο ξενοδοχείο Elise 1.




Ήτανε αει φέρεις, σε διάφορα καμπαρέ και αλλά σκοτεινά χαμαιτυπεία στο  παρελθόν του. Δεν πάει και τόσος καιρός από τότε, μα πολλές από της παλιές συνήθειες και ενδιαφέροντα έχουν αλλάξει. Το ίδιο βεβαίως  και η απόσταση του ενός ανθρώπου απ τον άλλο.

Βρισκόμαστε σε ένα υπόγειο ξενοδοχείο μεγάλο να φιλοξενήσει, σε αυτό βέβαιος το ρημαγμένο εστιατόριο, περί τα 250 άτομα. Οι καλεσμένοι  είναι άνθρωποι. Μα μια κατηγορία που χρειάζεται επίβλεψη και προσοχή. Είναι σα να λέμε απ αυτούς τους ανθρώπους που άμα τους αμολήσεις λεύτερους θα φέρουν τη γης τούμπα.

Τίποτα κακό δε κάνουν αυτοί οι περίεργοι άνθρωποι, μόνο που η εμφάνιση τους και τα φερσίματα τους είναι απ το συνηθισμένο πολύ μακριά.
Στρίβοντας αριστερά από την κεντρική οδό της πόλης, σε να παράδρομο στενό και υγρό, βγαλμένο από άλλη εποχή, κάπου κοντά στα 1974 να μοιάζει το έξω του δρόμου, συναντά κανείς το υπόγειο ξενοδοχείο Elise. Απ έξω είναι σταθμευμένα λίγα αυτοκίνητα και η σκόνη, μαύρη, καλύβει τα πεζοδρόμια και τα καδρόνια που έχουν σφραγίσει τις πόρτες τον απέναντι καταστημάτων.

Ένα σκυλί περνάει κουτσό αφού κοίταξε δυο φορές μπρος και πίσω το δρόμο και μια γριά φτύνει απ τα μέσα της να ξαποστείλει τον νέο που περπατά προς τη δουλειά του αργός και νυσταγμένος.

Είναι παντού ο θεός. που σήμερα στέλνει βροχή, απαλή να κτυπά το τσίγκο και να κυλά πάνω σ´αυτά τα σκονισμένα καδρόνια που σφραγίζουν τις πόρτες των καταστημάτων. Υγρασία βαρά τον αει φέρει με όλη τη βία του νερού, μια μηχανή παλιά μόλις άναψε, βρομάει πετρέλαια και φεύγει βιαστικά.

Έτριψε έτσι τα μούτρα του και άναψε τσιγάρο. Τσαλάκωσε το πακέτο και το πέταξε αόριστα χωρίς να το σκεφτεί. Κύλησε λίγο αυτό και κιο το σκυλί έκανε έτσι και μύρισε.
Βάρεσε τη πόρτα του Elise με τη γροθιά του δυο φορές και περίμενε στο ψιλόβροχο και την υγρασία. Ποιος να 'νοιξει; σκέφτηκε. Η Ρίτσα; η Στέλλα, ο Νίκος; Σιγά που θα χ' έρθει από τώρα ο Νίκος.

Τρόμαξε από έναν άξαφνο ήχο στο βάθος του δρόμου. Μια φωνή βαθιά απ τα φαράγγια ακούστηκε να ξεψυχά μες τις ψιχάλες.
-Ελειειειειει, βρε σα-τα-να! φώναξε ο Νίκος που ερχότανε μες την ενέργεια.
-Ελειειειειει, βρε κατσαπλιά! βρεει, βρεει που σαι συ; ρώτησε με τα γέλια μέχρι τα αυτιά ο αει φέρεις.
-Τι έγινε ρε; είπε ο Νίκος και έκανε πάσα μια μισοκαμένη τζιβάνα. Πάρε ψιλή, έχω κι άλλο για το φόρτο αργά, είπε και τα μάτια του κολλήσανε κάπου ανάμεσα στα μάγουλα του αει φέρει και μύτη του που έτρεχε.
-Αααα, γεια στα χέρια στου μάστορα, είπε και κατάπιε το καπνό σαν άλλο ερπετό της άγριας ζούγκλας.
-Βάρεσες τη μπόρτα ρεει; είπε και χτύπησε με τη γροθιά του άλλες δυο φορές.
-Αμε, βάρεσα πως δε βάρεσα. και γέλασε με όλη του την καρδιά.
-Α, καμένε μου, είπε ο Νίκος και γελάσαν και οι δυο μέσα σαυτό το στενό, κάτω από τη ψιχάλα και την υγρασία.

Ένα βρέφος ακούστηκε να ξυπνά και μια μάνα, ζεστή και χτενισμένη, ξενύχτισα ξέντυσε το κορμί της και άφησε όλο τον κόσμο να της χαϊδέψει το δέρμα.

Η Πόρτα του Elise  άνοιξε με ένα σπασμό και να τρίξιμο. Καλημέρα είπαν και οι δυο με ένα στόμα και ένα χαμόγελο ισχνό να τους καλύπτει τη νύστα.

Η Ρίτσα δε μίλησε μόνο στάθηκε εκεί σα το άγαλμα να τους κοιτά σοβαρή κρατώντας το πόμολο αυτής της κόκκινης πόρτας. Γύρισε τη πλάτη και κατέβηκε τις σκάλες. Ο Νίκος και ο αεί φέρεις ακολούθησαν με το κεφάλι σκυφτό και τη ζέστη να τους βαράει τα πρόσωπα.
















Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου