Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014

Πρωινή Βόλτα.


Με τυφλώνει ο πυκνός ήλιος της Ελλάδας κάθε φορά που το πρωί, το κάθε πρωινό που είμαι εκεί σαν επισκέπτης, να βρίσκω μια αφορμή συνήθως ψεύδη εκ μέρους μου να φύγω. Να πάω λέει στο βιβλιοπωλείο να προλάβω την παραγγελία που θα έρθει εντός τον ημερών απ την Αθήνα. Κι είναι τόσο αληθινό το ψέμα μου, που βλέπω εμπρός μου  τον τρεμάμενο γλυκό βιβλιοπώλη, να κατεβάζει τα γυαλιά στη μύτη και να μου λέει ορίστε.  Τη φορτωτική μαυρισμένη απ το νέφος της μεγαλούπολης, ταλαιπωρημένη απ τα πολλά χιλιόμετρα, και τα πολλά ταξίδια, με κάποιο Γιάννη να κουβαλάει με τα χέρια το φορτίο.

Άλλες φορές εξαφανίζομαι γρήγορα πριν προλάβει μάνα και μνηστή να κάνουν ερωτήσεις.  Βουή και χαλασμένες καρότσες φορτηγών χτυπούν στο δρόμο Μία γυναίκα φωνάζει κάποια Στέλλα Και η Στέλλα μου έρχεται στο μυαλό  να χοροπηδά, να πέφτει και μετά να την κοροδεύουν τα αγόρια .

Βλαστήμια και τίποτ' άλλο. Μέσα στης κόρνες, τους κάδους που ξεχειλίζουν στο σκουπίδι και τα παλιόξυλα παρατημένα σε να παλιό οικόπεδο στην πόλη. Ποια πόλη; Στάση του ιδρώτα απάνω στο πήχη των χεριών και της παλάμες, βρίζω τον Ιησού και γω με τη σειρά μου, και τη φάρα του(τους ξένους θεούς όλους, τον φιλόσοφο Βούδα και την Κάλι με τα πολλά χέρια, τον Αλλάχ και τις παγωμένες μοίρες του βορρά Ούρντ, Βεαντάντι και το χρέος του ανθρώπου προς το μέλλον Σκούλντ) και σε λίγο όλοι παρέα γελάμε. Στο ίδιο αμάξι συνεπιβάτες, και ο κύριος Ιησούς έτσι νηστικός και δαρμένος και η Κάλι φιλήδονη και αχόρταγη για σάρκα. Αυτός ο χαριτωμένος  Βούδας με τα χέρια του να ιδρώνουνε κι αυτούνου πάνω στα γόνατα, και τις τρις μοίρες να κοιτάζουν παρελθόν μέλλον και τώρα.

Πιάνω της ιστορίες, μόνος μου, και εξηγώ το ποιων μου και ποιος είμαι. Άλλες φορές με ακολουθούν και νιώθω χρέος μου να δείξω, άλλες με αφήνουν μόνο να ησυχάζω. Μέσα στην πρωινή ζέστη, τη αφρατάδα  των μαρμάρων, ο σπουργίτης και αδέσποτα σκυλιά φιλούν το πάω μου και ο ήλιος και η χαρά του με κάνουνε να κοιτάω τα κάτω λόγω του σέβους προς το φως η κάποιας σκέψης άπρεπης λόγο της θέρμης  . Κάνω· μήπως είναι η συνήθεια του τόπου; με τα ματιά τρυπώ τη γη ως τον πύρινα.

Μπερδεύομαι μετά, χάνω το βήμα και πατώ άστατα. Κάθομαι στο μέρος που χασομερούσα σαν έφηβος και καπνίζω τα τσιγάρα ένα πάνω στο άλλο. Αγνοώ το ρόλο μου και την υπόσχεση, που πρόσφατα έμαθα ζβήνει λέει με τα χρόνια.

Μετά, δεν υπάρχει μετά. Το μετά το σβήει το φως κι αυτός ο άνθρωπος που χει στην τσέπη του στριμωγμένες δυο πακέτα οικιακές χαρτοπετσέτες, τραγουδά με τη πιτζάμα του και ξυπόλυτος οργώνει όλους τους δρόμους. Αναποφάσιστος, με ένα μα; στο στόμα μόνιμα ρωτιέται.

Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

Κυνόδοντας

Ήμουνα λέει σε κάποιο παλιό εργοστάσιο η κάποιο παλιό εγκαταλελειμμένο νοσοκομείο. Κι όμως παρά το αφύσικο της ύπαρξης εκείνου του κτιρίου, παρά την ασχήμια που είχε φάει τους σοβάδες,  ήταν σε πλήρη λειτουργία. Τώρα που το καλοσκέφτομαι νοσοκομείο ήταν. Ξεκάθαρα.
Με ασθενείς, νοσοκόμους και γιατρούς, οδηγούς ασθενοφόρων και συγγενής παθόντων και με μια μικρή πρόχειρα κατασκευασμένη εκκλησία. Εγώ δεν ήμουν επισκέπτης η κάποιο μέλος του προσωπικού, καθώς θα ταίριαζα καλά στα μαγειρεία η σα βοηθός στο μαγνητικό τομογράφο. Ήμουν εγώ ο ασθενής, ο μικρός κουβαλητής του πόνου.

Είχα παει λέει εκεί για μια εξαγωγή τραπεζίτη. Μια διαδικασία σχετικά απλή μα αγχογενει για τον παθόντα. Με καλωσόρισε μια νοσοκόμα- βοηθός του γιατρού, καθόσον αυτός ξεφύλλιζε τα χαρτιά της πάθησης μου και της ακτινογραφίες. Χαμογέλασε λοιτα και μου είπε να καθίσω.
Η κατάσταση μου σταθερή πράμα που βοηθούσε στην γρήγορη διεξαγωγή, του κατά κάποιο τρόπο, χειρουργείου. 

Έπειτα μεταφερθήκαμε στη διπλανή αίθουσα, εκεί που γίνονταν η μικροεπεμβάσης. Στη μέση της καθόταν μια παλιά σκισμένη οδοντιατρική πολυθρόνα που από πάνω της κρεμόταν μια κυνική λάμπα χειρουργείου. Η ένταση της υψηλή που σχεδόν σου τυφλωνε τα ματιά. Γύρο στο δωμάτιο στέκονταν ξεχαρβαλωμένα μικρά πράσινα πλακάκια. 

Ρώτησα λίγο ανήσυχος γιατί τα τόσα φώτα; Και με τάραξε λίγο η ακαταστασία του χώρου. Πράγμα που το επισήμανα παρά τους φόβους μου πως θα ακουστώ παρακατιανός και αγενής. Οι δυο ασπροντυμένοι, απ τη μια ο γιατρός και από την άλλη η νοσοκόμα, καλοβουλοι και ευγενείς οικοδεσπότες αυτής της ρημαγμένης κλινικής, με καθησύχασαν και μου είπαν πως θα πρέπει να καθίσω ήρεμα ώστε να ξεκινήσει η διαδικασία της εξαγωγής.

Και έτσι έκανα. Δε μου πολύαρέσουν οι αντιρρήσεις. Ο οδοντίατρος έδειχνε να κάνει κάποιες απροσδιόριστες κινήσεις στην άλλη γωνία του δωματίου. Γύρισε, με κοίταξε και σα να είχε φτερά στα πόδια του, σαν κάποιος αρχαίος δηλαδή αγγελιοφόρος, πέταξε κατά μήκος του δωματίου μέχρι που έφτασε εμπρός μου. Άφησε τα χέρια του και τα δάκτυλα του εμπρός μου να χορέψουν και ελευτερωσε από μέσα τους ένα ροζαλο αέριο. Χωρίς να χάσει χρόνο μου είπε να εισπνευσω πριν εξατμιστεί. Αμέσως άκουσα την ευγενή παράκληση του όχι από το δέος που δείχνει ο ασθενής στο ιατρό η από βιασύνη να τελειώσω αυτό το κουβάλημα του πόνου, αλλα για να αποφύγω το δυσάρεστο συναίσθημα που προκαλεί μια βελόνα καθώς τρυπά κάποιο σημείο που είναι κρυμμένο βαθιά μέσα στο στόμα.

Χωρίς να είναι ξεκάθαρη η τεχνική που εφάρμοσε ο γιατρός, στεκόμαστε όλοι όρθιοι, κρατούσε εμπρός μου την άνω γνάθο μου και αυτόν τον ταλαιπωρημένο τραπεζίτη. Την ίδια στιγμή σπόνδυλοι και άλλα κόκαλα που εφάπτονταν μετάξι τους κινούνταν γύρο μας αδιάκοπα. Η νοσοκόμα έδειχνε να χαίρετε και ο γιατρός με ένα χαμόγελο και ένα έντονο νόημα στα ματιά κουνούσε το κεφάλι του, όπως λέει κάνεις καλή δουλειά, η οπως επιβραβεύει μπράβο.

Άνοιξα την πόρτα της τουαλέτας του κάτω ορόφου στο διαμέρισμα μου. Μπήκα και κοίταξα τον καθρέφτη σκεπτόμενος πως αδικήθηκα. Προς θεού δε χρειαζόταν να εξάγει την άνω γνάθο. Τώρα δε θα μπορέσω να χαμογελάσω ποτέ ξανά. Σκέψου τη αρνητικό αντίκτυπο θα έχει όλο αυτό στην επαγγελματική και τη κοινωνική ζωή μου. Αυτή του η ενέργεια ήταν εντελώς αφελείς και δείχνει έναν άνθρωπο χωρίς καμία εμπειρία. Άνοιξα το στόμα μου με την ελπίδα πως έχω εγώ το λάθος, μήπως μπορέσω και σπρώξω προς τα πίσω ένα από τα γερά μου δόντια. 

Καθώς παρατηρούσα το στόμα μου και έψαχνα ένα τρόπο λογικό να επανορθώσω τη ζημιά που είχα υποστεί, παρατήρησα μια τρύπα στον άνω δεξί κυνόδοντα. Όχι μια τρύπα που ήταν αποτέλεσμα της  κακής στοματικής μου υγιεινής, η ένα παλιό μου χτύπημα. Ούτε κάποιος λεκές από καφέ που μπορεί να ξεγελάσει το μάτι. Ήταν μια καλόφροντισμένη τρύπα από ασήμι, χωνευτή μέσα στο δόντι. Έξυσα λίγο με το δάκτυλο μου και ένοιωσα κάτι να προεξέχει από την είσοδο της καινούριας
μου περιπέτειας  και σκέφτηκα την ίδια στιγμή πως άλλη μια επίσκεψη στο νοσοκομείο ίσως να στοίχιζε και την ίδια μου τη ζωή. Προσπάθησα με όσο πιο λεπτές κινήσεις να γραπώσω αυτό το κάτι μέσα από την τρύπα. Απέτυχα δυο η τρις φορές μέχρι που κατάφερα να σταθεροποιησω τα δάκτυλα μου επάνω του. Και τράβηξα σταθερά, αργά και αποφασιστικά. 

Και να μαι μέσα στην τουαλέτα του πρώτου ορόφου, γεμάτος οργή, με ένα γατί να μου καίει το λαιμό, ρίχνοντας όλη την ευθύνη στη γλυκιά μου τη μητέρα, να κρατώ ένα κατάμαυρο κάποιας εκκλησίας κομποσκοίνι.


Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

Η πορνη (Μέρος 1)



  Θα  πω την ιστορία της ζωής. Που στο βιβλίο των πλασμάτων δίπλα από τη φωτογραφία της, στέκουν οι λέξης σκύλος, η κίον η μούργος. Η σε άλλες γλώσσες, χάρη λόγου Σκανδιναβικές ονομάζεται "χουνδ", ως χαϊδευτικά αποκαλούμενο "βούβεν". Η ζωή είναι ο σκύλος της πόλης του Που. Αυτό το αθώο σύννεφο που πλέει στους δρόμους και τις αυλές, ακόμη και ανάμεσα  στα σπίτια με τις ανοιχτές πόρτες. Ο πιστός φίλος  και η φιλόξενη παρέα του κάθε διαβάτη της.

Έχει πέσει σε θέα ματιών, την έχουνε δει, να συνοδεύει κάθε λογής ανθρώπους, χωρίς καμιά προτίμηση χρώματος η αρώματος, από τη μια μεριά της πόλης στην άλλη. Σα να ήτανε γνωστοί από χρόνια. Μεγάλη δε συμπάθεια δείχνει στον Αδαμάντιο Κοραή και τους μεγάλους περιπάτους που κάνει μέχρι τη θάλασσα αργά τα βραδιά, όταν τα αδιάκριτα ματιά της πόλης έχουν κλείσει και το ματόχαντρο που έδωσε η μάνα είναι αχρείαστο.

Αυτός ήταν που της κόλλησε τη ρετσινιά ονομασία της πόρνης. Της έλεγε: που είσαι; Που ει-σαι εσύ βρε πορνίδιο, μωρή πόρνη, πουτάνα; Και η ζωή, αυτό το αγαθό πλάσμα του ουρανού τόνε κοιτούσε τουρλώνοντας τα πισηνά της, και κουνώντας την ουρά της ζωηρά.

Στη γέννηση της δεν ήμουν παρών. Ούτε κάποιος από τους ήρωες της πόλης ήταν μάρτυρας των πρώτον χρόνων της ζωής της. Μόνο ξαφνικά σα  βροχή μες το θέρος ήρθε η ζωή στην πόλη του Που. Στην αγκαλιά ενός τρελού επιβάτη της. Του Αντώνη του Φράγκου. Εγώ δεν είμαι κατάλληλος να διηγηθώ την ιστορία της, αλλά έχω βρει εδώ ανάμεσα στα χαρτιά μου ένα φίλο από το ημερολόγιο του Αντώνη του Φράγκου. Εκεί γράφει αυτός ενα κομμάτι από την ιστορία της ζωής. Το καθάρισα όσο μπορούσα από τους καφέδες πουχανε πέσει απάνω του και το παραθέτω αυτούσιο:

" Είχα βγει αργά τη νύχτα εχτέ. Πήγαινα και όλο πήγαινα και δε με ένοιαζε τίποτα. Κατά τη μια το βράδυ είχα βγει από τα όρια της πόλης και ήμουν σχεδόν πίσω κατά τα βουνά. Σκοτάδι. Φύσαγε ο αέρας, σφύριζε πάνω από τα δέντρα και στα βάθη άστραφτε ο ουρανός κάτι νέο. Άμα φοβόμουνα έκανα μουλωχτά το σταυρό μου, εστριβα το μουστάκι  μου και μύριζα για σίγουρα τα ´χαμνα μου. Πήρα το δρόμο για το αλλού. Δεν ήξερα που, μόνο πήγαινα.

Μέσα στο σκότος το τρομακτικό το θηριώδη είδα εμπρός σε να ξέφωτο να τρεμοπαίζουν κάτι άσπρογαλανα φώτα. Ζωή... Μάσησα παγωμένος σαν άγαλμα. Και στάθηκα εκεί, στην αγία Παναγία το ορκίζομαι περί τα 25 λεπτά μιας ώρας. Ζύγωσα κοντύτερα να δω τι να ναι αυτό το φως τ´ ασπρογαλανο.

Μπρος στα πόδια μου κείτονταν ενα μικρούλι σκυλάκι. Ασπρογαλανο φουντωτό, με κάτι σγουρά μαλλιά να πεθαίνει. Του κανα λίγο έτσι με το πόδι να δω κάποια αντίδραση, χόρεψα λίγο γύρο αυτό το χορό τον ινδιάνικο που μου έμαθε ο Μήτσος  μη και προγκιξη και αρχινήσει να τρέχει. Τίποτα. Έπεσα στα γόνατα μέσα το ασπρογαλανο φως του και ρώτησα: -Είσαι καλά; Σε σένα μιλάω; Εει; Μωρέ πλασματακι; Του έκανα έτσι με τα χνώτα μου μες τη μουσούδα του. Θάρρεψε τα μάτια και γλυφτικε.


Μετά από ώρα κάπως έδειξε να ενοιωνε. Κάτσε να σου πω μου είπε και με χτύπησε καταπρόσωπο η έκπληξη. Δεν μίλησα. Έκατσα χάμω δίπλα του κι άκουγα.
 Έχασα  στο δρόμο τα αφεντικά μου, την οικογένεια που με είχε και ζούσα. Περπατούσα μέρες χωρίς φαγητό και νερό. Περπατούσα στο θάνατο. Έχασα την αγάπη μου. Τους φίλαγα όλους καλά, κάθε ήχος, κάθε κίνηση έξω στο δρόμο, η από ποδήλατο η από τροχοφόρο αμάξι, συναντούσε το  μενος μου. Και κάθε φορά που έδειχνα υπερβάλλοντα ζήλο, με το δίκιο του, το αφεντικό με βλαστημάγε. Σχεδόν κάθε μέρα. Βγήκαμε με τον πάτερ της οικογένειας βόλτα με τραβούσε δυνατά, βιαζοτανε σίγουρα, άλλο λόγο δεν είχε, να πάμε μακριά ενα περίπατο. Ξαφνικά εκεί που μύριζα ξεκαπίστρωτη είδα το μπουχό απ τ´ αμάξι του που έτρεχε. Έτρεξα και γω πίσω του. Έτρεξα μέχρι που δε μποραγα άλλο. Είμαι χαζή, ανίκανη. έπρεπε να έχω προλάβει. Προσπάθησα να τους βρω. Μάταια. Έχω χαθεί και έχω μέρες να φάω.
-Πως σε λένε ασπρογαλανο πλάσμα;
-Δε ξέρω. Μου είπε

Το ζωντανό και μετά αποκοιμήθηκε. Εγώ ξέρω πως ο κόσμος δεν είναι ρόδινος έξω από την πόλη του Που. Μα δεν είπα κουβέντα σε αυτό το ασπρογαλανο σύννεφο. Την σήκωσα στην αγκαλιά μου και κατηφόρισα προς την πόλη του που. Μέσα στο σκότος το ήσυχο και την αγαλιά της νύχτας με το φως το ασπρογάλανο να φωτά το σκοτάδι τριγύρω μας.

Έφτασα σπίτι. Έβαλα φαΐ και νερό σε δυο δοχεία και τηνε ξάπλωσα πάνω σε να παλιό μαξιλάρι. Έπεσα και γω δίπλα της να την ζεσταίνω. Αποκοιμήθηκα."

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013

Το Πρότζεκτ(μέρος τρίτο)





Το σκοτάδι 'χε πνίξει το σπίτι. Απ το δωμάτιο ακουγότανε ο τσοπάνης, η βαριά η ανάσα του, και δίπλα η Ελένη με το στόμα ανοιχτό να κοιμάται. Η παλιά ντουλάπα, που ήτω κι δύο περήφανοι, στεκότανε στη γωνία της κάμαρας, και κάτω απ το πόδι της το δεξί τη στηρίζανε δυο σφήνες εντελώς αυτοσχέδιες, με να καθρέφτη στο μπρος της το μέρος θαμπό κι άγριο που ο μύκητας είχε αρχινίσει και φούντωνε απάνω του. Εκεί καθότανε όλα τα καλά τους τα ρούχα. Δυο σακάκια και ένα παντελόνι υφασμάτινο που η ταμπέλα του έγραφε χώρα προέλευσης και αναλογία υφάσματος και μια φούστα φωτεινή με μαργαρίτες απάνω της, αφόρετη κοντά εικοσιτέσσερα χρόνια.

Από κάτω η στόφα έκαιγε ακόμα, τα κούτσουρα και ένας ήχος μιας πόρτα παλιάς χάλασε το χάζι και το ζεστό της ατμόσφαιρας. Δυο φώτα πολύχρωμα τρεμοπαίζαν στο πάτωμα και να παιδί βάδιζε δειλά μέσα τους τσίτσιδο και ένοχο. Στάθηκε έξω απ την πόρτα του τσοπάνη και της ωραίας Ελένης του και άνοιξε σιγανά σιγανά. Θέλει να δει πόσο κοιμούνται, θέλει να δει τα στοματά τους που ακούγονται τα ροχαλητά και να μυρίσει τα χνότα τους και τα χέρια τους και μετά να πα στη δουλειά του.

Μπήκε ο διάολος. Στάθηκε. Και περπάτησε μέσα σε αυτά τα τρεμάμενα φώτα αργά προς το μέρος τους. Κοίταξε έξω από το παράθυρο το πεύκο πως χόρευε στον αέρα και τρόμαξε. Έφτασε δίπλα από το κρεβάτι του τσοπάνη και κοίταξε. Μα ήταν ζουμπάς λέγανε και δε μπορούσε να δει τον τσοπάνη στα μάτια. Έκανε να φύγει με την απόφαση να πάει ηττημένος για ύπνο. Μα μια αρπαξιά ένιωσε να του τραβά αυτό το κιτρινιάρικο σώβρακο. Τρόμαξε κι είπε πως το σμερδάκι τον έφαγε και τσίνιξε να γλιτώσει. Γύρισε και είδε ότι είχε πιαστεί το ρούχο πάνω σε μια πρόκα που έξεχε από το μπαούλο που είχε πάρει προίκα ο παππούς πριν από χρόνια πολλά, όταν αυτός, λέγαν, ήταν χρόνια αγέννητος.

Στάθηκε εκεί λίγο να κοιτά εκείνη την πρόκα από δυο βήματα απόσταση και μια ιδέα βαθιά, ένα σχέδιο του ήρθε. Κόντεψε το παλιό μπαούλο και ανέβηκε με τη μία επάνω του. Κοίταξε έξω το πεύκο που χόρευε και αυτή τη φορά δε κιότεψε κοιτούσε σαν άντρας σωστός για ώρα αλώβητος. Έγειρε πάνω από το τσοπάνη και την Ελένη. Και οι δύο βαριανασαίναν με τα μάτια επτασφράγιστα. Η ώρα δέκα και τέταρτο.

Έκανε έτσι με το δάχτυλό του πάνω απ τη μύτη του τσοπάνη και κατα λάθος ακούμπησε, προκάλεσε το θηρίο στα ίσα. Εκείνος κουνήθηκε λίγο, σα να λίγο να σάλεψε, μα η κούραση δε χάριζε τον είχε βυθίσει στην άβυσσο.

Ο μικρός(μα ας μη κουραζόμαστε με την ιδιότητα και ας του δώσουμε όνομα, ας τονε πούμε Πέτρο). Ο Πέτρος κατέβηκε από το μπαούλο και πήγε με τη μία από κάτω. Έκλυσε προσεκτικά την πόρτα πίσω του και πήγε προς το σερβάν. Ζύγωσε μια καρέκλα κοντά του και ανέβηκε. Σήκωσε αυτό το κεντητό πετσετάκι και πείρε το γράμμα στα χέρια του. Το βάλε κοντά στη μύτη και μύρισε, κι έπειτα στο στόμα και μάσησε λίγο τη μία γωνία του. Δεν ήτανε ζάχαρη και γι' αυτό δεν τον ένοιαζε. Το έβαλε στη θέση του και πήγε προς το σκοπό που είχε μείνει ξύπνιος περιμένοντας τους μεγάλους να σβήσουνε.


Πήγε δίπλα στο τραπέζι και σήκωσε το τραπεζομάντιλο. Μρός του κοιτούσε αυτή η μπίλια που είχε απάνω του το χερούλι του συρταριού. Κοίταξε για λίγο ζαλισμένος και αυτά τα φώτα των παπουτσιών του σταματήσαν το τρέμει τους. Το άνοιξε. Ανάμεσα στα πολλά, τις βίδες, τις σφήνες και τα πριόνια, ήτανε ξαπλωμένη κι αυτή. Η απαγορευμένη φαλτσέτα. Μια κυρία ανώτερης τάξης, αυστηρή και απολυτός υπεύθυνη. Με τη λαβή της δουλεμένη καιρό και καλοφροντισμένη. Ακουμπημένη, η μάλλον διπλωμένη μέσα σε μια κόκκινη τσόχα.

Η μυρωδιά του συρταριού, του αιώνια κλειστού, του απαγορευμένου καρπού, τον έκανε να ανασαίνει πιο γρήγορα και ένιωσε να τονε φυσάει ο αέρας. Σα να φύγαν οι τοίχοι από γύρο και να έμεινε αυτός και το πεύκο. Να χτυπιούνται στη θύελλα που 'ρθε.

Πήρε με το χεράκι του το παιδικό μέσα απ την τσόχα τη φαλτσέτα και περπάτησε προς το δωμάτιο της μάνας του. Τα φωτάκια στα παπούτσια τρεμόπαιζαν και έξω ο αέρας φυσούσε τον κόσμο.
Ανέβηκε απάνω στη μάνα του που κοιμότανε βαριά, χάρη του κόπου της ημέρας, ακούμπησε το λεπίδι στο λαιμό της και πίεσε τραβώντας απότομα. Της έκοψε το λαρύγγι στεγνά. Το ίδιο έκανε ο μικρός Πέτρος και με τον τσοπάνη και την Ελένη. Σφαγίασε τους τρις στην ποιο αθώα στιγμή τους.

Έπειτα βγήκε ματωμένος στη νύχτα και στον αέρα. Χάθηκε στα βουνά βολόδερνε μες τα πουρνάρια και τις πέτρες αγέλαστος κι αδίσταχτος. Μόνο σημάδι του, για να φυλαχτούν απ αυτόν οι αθρώποι, αυτά τα τρεμάμενα φώτα των παιδικών παπουτσιών του. Να αναγγέλλουν την άφιξη αυτού του κρύου θανάτου.



Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2013

Το Πρότζεκτ(μέρος 2)



                                                                   

                                                           Το  γράμμα




Μπήκανε μέσα κατάκοποι και μουσκίδι μέχρι το κόκαλο. Ο τσοπάνης πέταξε το σακάκι του πάνω σε μία καρέκλα ατσούμπαλα, βγήκε έξω και κρέμασε την καρδάρα, με ότι γάλα είχε απομείνει μέσα, από ένα τσιγκέλι. Μπήκε μέσα ποδεμένος και έκατσε πλάι στη στόφα.
-Βραχήκατε ρε; τονε ρώτησε η Ελένη. Την ίδια στιγμή η Μαρία μπήκε στο μπάνιο να τρίψει τη βρώμα απ τα νύχια της. Και μετά από λίγο καληνύχτισε και πήγε να ξεκουραστεί σε αυτή τη μαύρη της κάμαρα. Ο γιος της, που ήτανε γύρο στα έξι, την ακολούθησε σχεδόν με ευλάβεια μέσα σαυτά τα αθλητικά του παπούτσια που αναβοσβήναν οι σόλες τους. Τσίτσιδος στο κορμί, με 'να κίτρινο σλιπάκι που είχε απάνω καρδούλες. Γέλασε ευχάριστα και βύζαξε το μεγάλο του δάχτυλο.


Ο τσοπάνης άναψε τσιγάρο και είπε στην Ελένη με σιγανό αλλά έντονο ύφος
-Φέρε κρασί. Εκείνη άκουσε το πρόσταγμα χωρίς καθόλου αντίδραση και καμία ντροπή. Έβγαλε από την μαύρη ποδιά της ένα φάκελο πράσινο, με δυο σφραγίδες που γράφαν στα ξένα, και τέσσερα πολύχρωμα γραμματόσημα. Το ακούμπισε σαν ευχή στο τραπέζι πλάι στο χέρι του που κάπνιζε σχεδόν πορτοκαλί, κι αυτός γύρισε σα να έγνεψε και κάρφωσε αυτά τα μάτια του πάνω σ' αυτό τον πράσινο φάκελο.

Το καντήλι έκαιγε και κάτι μύγες αργοπεθαίνανε πάνω στα τζάμια. Μπουμπούνιζε. Μια βουή κάλυβε τη νύχτα που έπεσε και ο δρόμος, με την άσχημη άσφαλτος έκρουε τις σταγόνες απάνω του. Καπνίζανε τα μπουριά και οι καμινάδες και όλος ο τόπος μύριζε αγριλιά και πεύκο και πέτρα.

Ο τσοπάνης άνοιξε το γράμμα με τα σκισμένα του χέρια, με τόση αγωνία στο μάτι του όση αυτή του αρνιού που συναντά το μαχαίρι Σαββάτο του Πάσχα. Κοίταξε, ένα πέλαγο έμοιαζε το γράμμα στα  μάτια του. Πήγε να συλλαβίσει να πει μα δε γνώριζε.
-Έλα Ελένη, κάτσε Ελένη. Κι έκατσε δίπλα η Ελένη του και ξεκινήσαν και οι δύο το διάβασμα στα κομπιαστά με της συλλαβές να κάνουν τη γλώσσα τους να πονά.



"Πατέρα. Στη ζωή τα πάω καλά. Πάω σκολείο, διαβάζω και έκδωσα μια κάρτα μηνιαίο εισιτήριο. Κορόνες πεντακόσεςεικοσιτέσσερις. Το παιδί είναι καλά και ο καιρός κρύωσε. Το ίδιο και η γυναίκα μου τα φιλιά της σου στέλνει.

Περπάτησα εχθές λίγο έτσι μέχρι το σταθμό. Τρία χρόνια τώρα τον ίδιο δρόμο, χωρίς σημασία. Πρώτα πλάι από κάτι σπίτια πανέμορφα, από πυρότουβλο και κεραμίδι. Με γκαράζ για ταμάξι, γραμματοκιβώτιο και μια αυλή να κάνει για τέσσερις. Καλοχτενισμένοι σκύλοι κοιτάζουνε πίσω απο τις φυλλωσιές και φέρνουν τούμπες στα γρασίδια σκεδόν κάθε φορά που περνώ.

Μετά, πλάι από το νεκροταφείο που κυκλώνει μια εκκλησία παράξενη(δε ξέρω τι θεό έχουν εδώ, σε τι αγίους πιστεύουν). Είναι ένα μνήμα εκεί. Παράξενο πολύ και λόγο δίπλα στις γκρίζες πέτρες δεν έχει. Είναι από τσίγκο και βαμμένα έχει με άσπρη μπογιά τρία ονόματα, εμένα μαρέσει. Στέκομαι για λίγο, και τα τρία αυτά χρόνια, κάθε φορά που περνώ, και συλλαβίζω στα σιγανά αυτά τα τρία ονόματα. Μετά το πρώτο φοβάμαι.


Είναι πατέρα θαμμένοι εκεί κάτι Ισπανοί ή Αργεντίνοι ή πράμα πιο δύσκολο να το σκεφτώ, αθρώποι απ τα βουνά της ξακουστής Βολιβίας. Μια από τις μέρες αυτές θα μπουκάρω μέσα και θα δω. Θα ανάψω και να κερί για του λόγου τους. Να ναι λες τα παιδιά τους μακριά; να περνά κανείς απ αυτό το τσίγκινο τάφο; Μετά συνεχίζω το δρόμο και μέχρι να φτάσω το σταθμό, μόνο αυτά τα τρία ονόματα σκέφτομαι. Τα συλλαβίζω να δω τι σημαίνει. Και κάτι φορές, να στο λόγο μου σου μιλώ, με πιάνει μια δύναμη απ το λαιμό, μια σκύλα, να χορέψω δυνατά να πηδήσω μέχρις τον ουρανό και ακόμη πιο πάνω φέρνοντας βόλτες και να σκορπίζω το χώμα τριγύρο μου.

Μετά μπαίνω στο τρένο και η σκέψις μου χάνεται λαχανιασμένη. Περνάμε ανάμεσα τα χωράφια με τις φράουλες και τους αρακάδες και μετά αναλαμβάνουμε τους μαθητές και τους εργάτες που πάν στις δουλειές τους.
 Δείχνω αυτή την κάρτα μηνιαίο εισιτήριο στον εισπράκτορα και μετά τηνε βάζω στη τσέπη.
Κοιτώ πάντα δύο φορές μήπως και πέσει, τη χάσω, και μετά κοιμάμαι μέχρι να φτάσω. Όσο προλάβω.




ΥΓ. Τώρα είναι σα να σε βλέπω να φυσάς τη στόφα απ τη σκόνη και μένα τζάτ να καψαλίζεις ψωμί. Έτσι μουσκεμένος από τη βροχή και καπνίζοντας αυτά τα φτηνά τα τσιγάρα σου. Πώς και τα αντέχεις ακόμα;


Γελάσανε και οι δυο ξανά και ξανά Και συμφωνήσανε πως να φυλάξουν το γράμμα να το έχουν και γιαυριο. Το βάλανε λοιπόν πάνω στο σερβάν, κάτω από αυτό το άσπρο πλεκτό να μη φαίνεται, που δε φτάνει ο μικρός και που είναι μέρος επίσημο και δε το ζυγώνει κανένας.

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

Το Πρότζεκτ(μέρος πρώτο)

                                                                                    
                                                       


           



                                                        Το μαντρί




Χρυσίζουν η ελιές και τα πουρνάρια στο κάμπο, πηγενοφέρνει τις παπαρούνες ο αέρας και οι ραχούλες φυτρώνουν σα στήθια η σα μπράτσα απ τη γη. Κρα κρα ακούγεται μακριά ένα κοράκι. Κου κουου λίγο παραπέρα κελαδά μια κουρούνα, και πίσω, πίσω στις ραχούλες ακούγονται κάτι βελατά από πρόβατα σπαρτά. Από το δρόμο πέρνα ένα παλιό αγροτικό με σάπια καρότσα και δυο επιβάτες κατάκοπους και ιδρωμένους, να λαχταράνε λίγο φαγητό και ένα κρεβάτι να πέσουν Σηκώνουν χώμα τα αγόρια στο ποδόσφαιρο και τα κορίτσια δείχνουν τα φουστάνια τους και προσέχουν μη τσιμπηθούν στα αγκάθια που είναι σουγλερά.

Στο καταράχι, σε μια φωλιά από σφάλαχτρα κάθετε ο Φώτης, καπνίζει, φυσά τις μύτες του και ψεφτοκλαίει φαίνεται. Ξεφυσά και βήχει και αγναντεύει το κοπάδι που μοιάζει σα με βαμπάκια στη χλόη, ακούει λίγο τα τροκάνια και τον αέρα και κοιτά τον κάμπο βαθιά πέρα απ τη σκαλίτσα, πιο μακριά απ τη βόθουλα μέχρι που φτάνει το μάτι του στο ξακουστό όρος Ορθολίθι. Μπουμπουνίζει.

-Ενιακόσα μέτρα, μάλωνε εχτέ, η κορφή του από τη θάλασσα.
-Ο-χί, του έλεγε ο Μάκης ο τζίτζιλας με μανία, από χιλιόμετρο πάνω!
Και γαμωσταυρίζωνταν απανωτά.
-Να, να μη σώσω να βγω απ την πόρτα, φώναζε ο Φώτης και χτύπαγε στο μοσαικό του καφενείου το πόδι με αυτά τα άρβυλα που ταν μέσα στη λάσπη και το σκατό.
 -Εχει κριμένη και μια σπηλιά και είχε πάει παιδί ο Μπακάλης και είχε αφήσει μέσα ένα άλογο και ούτε ξάναρθε το Σταύρωμά του! Μου το λεγε: άκουγα το κύμα από κάτω Φώτη, την αρμύρα να έρχεται κι όλο φώναζα έλα έλα έλα, μα τίποτα το θεό του, μόνο χλιμίντραε κι έσερνε πέτρες το κατήφορο, Παύλο, Παυλάκι έλα έλα.
 Καταλαβαίνεις; Έφτανε η τρύπα στο νερό! Δε μποραε το ζώ να σταθεί στα πόδια.
-Ρε σάμπως όνειρα βλέπεις; ε; Χαϊβάνι είσαι καημένε;
-Πάμε, πάμε γαμώ τη Παναγία σου, πα να μετρήσουμε τώρα! ωρυόταν ο Φώτης.


Σηκώθηκε με κόπο, από αυτή τη φωλιά από σφαλαχτρο, τράβηξε μια τελευταία τζούρα από το τσιγάρο του και το στούμπιξε με τη μαγκούρα του στο χώμα, μια συνήθεια που την κουβαλάει μαζί του απ τα θερμά καλοκαίρια στον κάμπο, έτσι να μην αρπάξουν τα σπαρτά και τα πράματα. Ο αέρας του έριξε το σακάκι που είχε στις πλάτες του. Μαζώχτηκε και φώναξε δυνατά προς το κάμπο.
-Έπα, έπα, έπα!

Τροκάνια βαρούσαν πιο γρήγορα και πλημμυρίσαν σα χείμαρος τη ράχη. Τα βελατά πύκνωσαν και η μυρουδιά της κοπριάς σκέπασε το κρύο αέρα που πίσω του έσερνε τη βροχή. Πότισε η μυρωδιά τα λιθάρια και το κοκκινόχωμα. Σκέπασε το μονοπάτι που περνούσε μες τη νύχτα κιο το σκυλί το αδέσποτο, που του είχε ρίξει με αλάτι χοντρό στα πισινά ο  γιος του μπακάλη. Το ίδιο μονοπάτι που πάει η Μαριώ τις νύχτες πριν επιτεθεί στα κοτέτσια. Η Μαριώ με τη φουντωτή ουρά και τα σουγλερά δόντια, που όταν είναι χορτάτη ξαπλώνει τ' ανάσκελα και κοιτά τους σκορπιούς που πάνε και κρύβονται κάτω απ' τις πέτρες.

Ένα σμήνος πουλιά κράοντα περάσανε πάνω απ το λόφο και έπειτα πάνω απ το Φώτη. Τράβηξε τη συρματένια πόρτα να μπουν τα ζωντανά και φύσηξε τη μύτη του στον αέρα, η κακία του η συνήθεια αυτή ποτέ δε θα τον άφηνε. Άπνοια. Τα πρόβατα μπήκανε όλα, εξίντατέσσερα τον αριθμό, ένα πίσω απ τ' άλλο, μπουκλοτά, ξέξασπρα, βουκολικά, σα να πιάσανε το τελευταίο λιμάνι της ζωής τους. Τ´αρνιά βελάξανε για γάλα. Προυνια, προύνια, σιγοψιθύριζε ο Φώτης. Έλα έλα έλα μουρμούριζε η νύφη του. Μαυροντυμένη από τα εικοσιπέντε της, με ένα μωρό παραμάσχαλα, ορφανή και αυτή του λόγου της από πατέρα.

Σκούπισε λίγο τον υγρασία στο κούτελο με το τριχοτό χέρι της και ίσιωσε λίγο τα ψεφτομούστακα της αυθόρμητα. Κοκκινίσαν τα μάγουλα της σα ρόδια κι έσκυψε το κεφάλι.
-Αΐντε αΐντε Μαρία, βαντα από πάνω να ´ρμέξουμε νύχτωσε. Και τα βάραγε η Μαρία με μια βέργα, ανέκφραστη με ένα πρρρρ στα χείλια. Αμίλητη, άβουλη μόνο με να Τσαπρρρρ χαμηλότονο στο στόμα να της τυραννά την ανάσα.

Ο Φώτης κύλησε ένα λιθάρι τρεις φορές το κεφάλι του, φούσκωσε και ξεφούσκωσε για μια στηγμή μα ο χρόνος του δεν ήταν για χάσημο.Έκατσε στη μέση της πόρτας που χώριζε το μαντρί στα δυο και έβαλε εμπρός του την καρδάρα.
-Ελα Μαρία τι κανείς κοιμάσαι; Άντε μωρή μας πείρε η νύχτα! Και κουνήθηκε η Μαρία απότομα γλιστρώντας μες τη λάσπη και τη κοπριά. Φιλότιμο το όνομα της το μεσαίο. Έπεσε μέσα στη γλίστρα και τους βίκους.
Στηρίχτηκε στο υγρό χώμα και σηκώθηκε. Δεν έβγαλε άχνα, μόνο, έλεγε προύνια προύνια πρόγκαγε τα ζωντανά προς το στένεμα και πιπιλούσε λιγο αραποσίτι που είχε στις τσέπες της.
Οι προβατίνες μια μια περνάγανε από τα ατσούμπαλα χέρια του τσοπάνη, κι αυτός της άρμεγε τα μαστάρια τους και φανταζόταν στήθια γυναικεία, σφριγηλά, νεαρά. Κόρες που έβλεπε κάθε του αει Λια στο πανηγύρι στο Ορθολίθι. Καλοφτιαγμένες και χτενισμένες, πλυμένες με σαπούνι και κάτι φουστάνια κλαρωτά να φέρνουνε γύρους χορεύοντας. Δεν ήτανε κορίτσια αυτά, ήταν στοιχειά που τον τρέλαιναν.

Κάποιες απ της προβατίνες τρέχαν να φύγουνε, σα τη γυναίκα του όταν ήτανε νέα και την κυνηγούσε στα λαγκάδια να ερωτοτροπήσει.
Μμμρρρρ, μμμμμμ του έκανε και τον φασκέλωνε και με τα δυο της χέρια. Οχιά την είπε μια μέρα, γιατί χχχχχι του έκανε χχχχι σα το φίδι.

Καμιά δε πετύχαινε να γλιτώσει, ούτε τα ζώα ούτε η Ελένη. Τις τσάκωνε όλες από το πόδι το πίσω της τραβούσε άγρια και βλαστημώντας τις άρμεγε. Κάποιες άλλες πιο ζωηρές του βρομούσαν το γάλα. Μα αυτός ακλόνητος, άσπαστος!
-Το σταύρωμα σου ρουφιάνα, έλεε και γελούσε βαθιά μες το νεύρο του και με τη χούφτα του, σα κουτάλα που ήτανε, πετούσε έξω τη βρομιά και τη σπούρα.

Μια βροχή ξεκίνησε και κάθε σταγόνα ένιωθε στο κορμί σα Θάλασσα. Τόση είχε την κούραση πάνω του. Το άρμεγμα κρατούσε να πάρει τέλος. Και εκεί στα ξεβλάσταρα κάνει ένα τζάτ εκείνη η μπούτσκα και του χύνει μισή καρδάρα γάλα στο χώμα. Τις γράπωσε το πόδι αμέσως. Κοίταξε το γάλα να το ρουφά η λάσπη, να αλλάζει χρώμα να γίνετε αόριστο κι άχριστο. Δεν είπε τίποτα. Κοκκίνισε και ένιωσε το σατανά να ουρλιάζει ξόρκια μέσα του. Να άμα μου ζήταγε κανείς να πω τη ζώο θυμίζει αυτός ο τσοπάνης, που πριν από λίγο κάπνιζε και ψεφτόκλεγε καθισμένος πάνω στα σφάλαχτρα, αγναντεύοντας αυτόν τον κάμπο τον ατελείωτο, τον καιρό, και το μνήμα του γιου του στην απέναντι ράχη τότε θα απαντούσα ότι δε μοιάζει με κάποιο ζώο που ζει στην κοιλάδα η στο βουνό η κάποιο που ζει μακριά στις αφρικάνικες στέπες, μα με ένα θηρίο βγαλμένο απ την άβυσσο, ένα σμερδάκι που στοιχειώνει το βουνό πάνω απ το χωριό και βγαίνει σε άτακτο χρόνο να φα ότι βρεθεί έξω στο δρόμο του.

Ελέησον σατανά! Της λέει. Πόρνη! Πουτάνα! Βρυχάται από μέσα του της χτυπά μια στα τσιμεντολυθα να τηνε σκοτώσει. Τίποτα. Πόρνη! Ξανά βρυχάται και της δαγκώνει τη μύτη να τηνε φάει. Της σπρώχνει μια να φύγει, ητανε μάτταιο να προσπαθεί να τηνε φά με τα χέρια του γημνά. Εδώ θα μηλίσει μαχέρι.

                                                           














Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2013

Δείπνο στο ξενοδοχείο Elise 1.




Ήτανε αει φέρεις, σε διάφορα καμπαρέ και αλλά σκοτεινά χαμαιτυπεία στο  παρελθόν του. Δεν πάει και τόσος καιρός από τότε, μα πολλές από της παλιές συνήθειες και ενδιαφέροντα έχουν αλλάξει. Το ίδιο βεβαίως  και η απόσταση του ενός ανθρώπου απ τον άλλο.

Βρισκόμαστε σε ένα υπόγειο ξενοδοχείο μεγάλο να φιλοξενήσει, σε αυτό βέβαιος το ρημαγμένο εστιατόριο, περί τα 250 άτομα. Οι καλεσμένοι  είναι άνθρωποι. Μα μια κατηγορία που χρειάζεται επίβλεψη και προσοχή. Είναι σα να λέμε απ αυτούς τους ανθρώπους που άμα τους αμολήσεις λεύτερους θα φέρουν τη γης τούμπα.

Τίποτα κακό δε κάνουν αυτοί οι περίεργοι άνθρωποι, μόνο που η εμφάνιση τους και τα φερσίματα τους είναι απ το συνηθισμένο πολύ μακριά.
Στρίβοντας αριστερά από την κεντρική οδό της πόλης, σε να παράδρομο στενό και υγρό, βγαλμένο από άλλη εποχή, κάπου κοντά στα 1974 να μοιάζει το έξω του δρόμου, συναντά κανείς το υπόγειο ξενοδοχείο Elise. Απ έξω είναι σταθμευμένα λίγα αυτοκίνητα και η σκόνη, μαύρη, καλύβει τα πεζοδρόμια και τα καδρόνια που έχουν σφραγίσει τις πόρτες τον απέναντι καταστημάτων.

Ένα σκυλί περνάει κουτσό αφού κοίταξε δυο φορές μπρος και πίσω το δρόμο και μια γριά φτύνει απ τα μέσα της να ξαποστείλει τον νέο που περπατά προς τη δουλειά του αργός και νυσταγμένος.

Είναι παντού ο θεός. που σήμερα στέλνει βροχή, απαλή να κτυπά το τσίγκο και να κυλά πάνω σ´αυτά τα σκονισμένα καδρόνια που σφραγίζουν τις πόρτες των καταστημάτων. Υγρασία βαρά τον αει φέρει με όλη τη βία του νερού, μια μηχανή παλιά μόλις άναψε, βρομάει πετρέλαια και φεύγει βιαστικά.

Έτριψε έτσι τα μούτρα του και άναψε τσιγάρο. Τσαλάκωσε το πακέτο και το πέταξε αόριστα χωρίς να το σκεφτεί. Κύλησε λίγο αυτό και κιο το σκυλί έκανε έτσι και μύρισε.
Βάρεσε τη πόρτα του Elise με τη γροθιά του δυο φορές και περίμενε στο ψιλόβροχο και την υγρασία. Ποιος να 'νοιξει; σκέφτηκε. Η Ρίτσα; η Στέλλα, ο Νίκος; Σιγά που θα χ' έρθει από τώρα ο Νίκος.

Τρόμαξε από έναν άξαφνο ήχο στο βάθος του δρόμου. Μια φωνή βαθιά απ τα φαράγγια ακούστηκε να ξεψυχά μες τις ψιχάλες.
-Ελειειειειει, βρε σα-τα-να! φώναξε ο Νίκος που ερχότανε μες την ενέργεια.
-Ελειειειειει, βρε κατσαπλιά! βρεει, βρεει που σαι συ; ρώτησε με τα γέλια μέχρι τα αυτιά ο αει φέρεις.
-Τι έγινε ρε; είπε ο Νίκος και έκανε πάσα μια μισοκαμένη τζιβάνα. Πάρε ψιλή, έχω κι άλλο για το φόρτο αργά, είπε και τα μάτια του κολλήσανε κάπου ανάμεσα στα μάγουλα του αει φέρει και μύτη του που έτρεχε.
-Αααα, γεια στα χέρια στου μάστορα, είπε και κατάπιε το καπνό σαν άλλο ερπετό της άγριας ζούγκλας.
-Βάρεσες τη μπόρτα ρεει; είπε και χτύπησε με τη γροθιά του άλλες δυο φορές.
-Αμε, βάρεσα πως δε βάρεσα. και γέλασε με όλη του την καρδιά.
-Α, καμένε μου, είπε ο Νίκος και γελάσαν και οι δυο μέσα σαυτό το στενό, κάτω από τη ψιχάλα και την υγρασία.

Ένα βρέφος ακούστηκε να ξυπνά και μια μάνα, ζεστή και χτενισμένη, ξενύχτισα ξέντυσε το κορμί της και άφησε όλο τον κόσμο να της χαϊδέψει το δέρμα.

Η Πόρτα του Elise  άνοιξε με ένα σπασμό και να τρίξιμο. Καλημέρα είπαν και οι δυο με ένα στόμα και ένα χαμόγελο ισχνό να τους καλύπτει τη νύστα.

Η Ρίτσα δε μίλησε μόνο στάθηκε εκεί σα το άγαλμα να τους κοιτά σοβαρή κρατώντας το πόμολο αυτής της κόκκινης πόρτας. Γύρισε τη πλάτη και κατέβηκε τις σκάλες. Ο Νίκος και ο αεί φέρεις ακολούθησαν με το κεφάλι σκυφτό και τη ζέστη να τους βαράει τα πρόσωπα.