Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

Κατάλυσης Ι



Λένε, πως άμα περάσει κανείς το σύνορο της πόλης του Πού και της πόλης της Θάλασσας, εκεί δηλαδή που μπορείς να δεις την πόλη της θάλασσας να σε υποδέχεται σαν την Αφροδίτη που αναδύεται μέσα από τα μαύρα νερά, και πίσω σου να έχεις χάσει πια για τα καλά τη θέα της πόλης του Που, μοιάζει σα να σε γέννησε η μάνα σου πάλι απ την αρχή. Κι ό,τι δεις από κει και μετά σε χαράζει για πάντα. Περνώντας το σύνορο, αλλάζουν καιροί, αέρηδες και ανθρώποι, τα μάτια τους κοιτάνε αλλιώς και τα ακροδάχτυλα τους νοιώθουν διαφορετικά. Κι ' φωνές, η φωνές που βγαίναν από μέσα τους(αυτές που βγαίναν από οίκτο η από κακία) τώρα πια έχουνε πάψει. Ακόμα και το αναπνέει του ώντως λέει, μοιάζει αλλιώτικο.

Η πόλη της θάλασσας είναι το μόνο μέρος του κόσμου που δεν χρειάζεται κανείς χαρτιά από τελωνεία και ειδικές άδειες απόπλους για να ταξιδέψει εκεί. Δεν ακούει η πόλη της θάλασσας σε τέτοιους κανόνες. Αν και κάποια είχε γίνει κουβέντα στο αν θα έπρεπε οι άλλες πόλεις να δέχονται υπηκόους της πόλης της θάλασσας χωρίς κάποιο έγγραφο ή κάποια επιστολή ή ακόμη στην περίπτωση ανταλλαγής και εμπορίας εμπορευμάτων ποιοι θα ήταν οι κανόνες. Αν θα έπρεπε να κόβονται τιμολόγια και φίλα πορείας και πάνω απ όλα με τα λεφτά, τι θα γινότανε με τα λεφτά; Ποιο θάτανε το καταλληλότερο νόμισμα;και πώς θα λειτουργούσε η αρμόδια αρχή; Μάταιε όλες οι συζητήσεις και η αναστάτωση. Όλες οι προσπάθειες άκαρπες. Αδιέξοδος.

Στο λιμάνι της πόλης του Πού,είν αραγμένο το πλοίο “Κατάλυσης” και πίσω απ το φως του φεγγαριού περνούν μαύρα τα σύννεφα. Και να με συγχωράτε που δεν το ανέφερα πρωτύτερα, μα με αυτό θα ταξιδέψουμε προς την πόλη της θάλασσας.

Όχι, το βράδυ ως τώρα είναι γλυκό, ζηλευτό τόσο που νομίζει κανείς ότι μικροί φτερωτοί άγγελοι ανθίζουνε στα ακούσματα μιας μουσικής από κάποιο παράδεισο. Εδώ άλλωστε είναι η πόλη του Που και τα λόγια είναι λίγα να περιγράψουν το νιώθει του όλου. Εκείνο που με φοβίζει είναι εκείνα τα μαύρα τα σύννεφα πίσω απ το φως του φεγγαριού και τι θα φέρουν εν πλω. Η Κατάλυσης στέκει ξύλινη μαύρη, μοιάζει σταλήθεια σωστή γαλέρα πειρατική, μια νύφη στα μαύρα σχεδόν αδίσταχτη.

Και γώ πλάη της τυλιγμένος απ την υγρασία τη θέρμη, κοιτάω ταλαίπωρος. Κοιτώ το ξύλο πού 'ναι φτιαγμένη, μοιάζει πιο δυνατό και από βράχο, τόσο που με τριγυρνάει ένα ρίγος και νιώθω μικρός απ την πολύ μου συγκίνηση. Μια με φέρνει δεξά μιά αριστερά και ύστερα ο νους μου ανοίγει δρόμο βαθύ μέσα απ το σκαρί για να δω την Κατάλυση εντός της.

Τα αμπάρια της είναι στενά λόγο που τα πράματα που μεταφέρονται δεν είναι λίγα. Εκεί, ανάμεσα στα πράματα, σφηνώνονται άνθρωποι και περίεργοι ταξιδευτές και ανάμεσα στης χαραμάδες και τα κύλα των βαρελιών ξεψειρίζονται κάτι αρουραίοι πιο μεγάλοι και από τις παλάμες του μυθικού γαργαντούα. Κρεμασμένες αιώρες βρώμικες και μπαλωμένες από δύστυχους -σα και του λόγου μου-που δεν αντέχανε τη θάλασσα και της ανισορροπίες του πλέοντος. Στης πιο μυστήριες θέσις ιστοί από αράχνες που ακούν μόνο στο χτίζει τους. Και απ το ταβάνι, ψιλά απ το ταβάνι πέφτει ένα φως, Θεέ μου(!) ένα φως άηχο.

Ξάφνου με διέκοψε ένας τύπος φοβερός μέσα απ ζάλη μου. Ήταν ένας τυχαίος, πλανόδιος με ξύλινη μορφή. Να σαν ένας άνθρωπος, σα να 'ναι φτιαγμένος από ξύλο γυαλιστερό και λείο που 'χει για μάτια δυο κουμπιά μαύρα. Φορά ένα καπέλο και ένα πουκάμισο παλιό που κουμπώνει με δυο παραμάνες εμπρός του. Μου είπε τότε, και 'γώ εκπληχτικά, ότι είναι βιολιστής και τράβηξε από ξωπίσω του απ τη μία ένα δοξάρι και από την άλλη το θρυλικό βιολί στρατιβάριους. Μου αστράψαν τα μάτια μου! Τότε απ της παρυφές του σκοταδιού δειλά φανιστίκανε κι άλλα τέτοια πλάσματα αλλόκοτα(για το ποιών τους θα τα πούμε αργότερα) και μου αρχίσανε της μουσικές-μα τι μουσικές- κι όλοι μαζί παίξανε, αχ! και πώς παίξανε! και εκεί που όλα ήτανε καθαρά κάνουνε τζάτ και υποκλίνονται. Φχαριστούμε μου 'πε ο ξύλινος άνθρωπος και έγειρε το καπελάκι του να ρίξω μέσα ότι έχω ευχαρίστηση. Τότε εγώ παρατήρησα του κεφαλιού του τη βλάστηση και έβγαλα απ την τσέπη ότι βρήκα( κάτι μπουκιές πουχα για πέταμα και δύο σπασμένα τσιγάρα) και τα εναπόθεσα μέσα. Κι αυτό ήτανε με ευχαρίστησαν πάλι και φύγανε για την Κατάλυση. Υπέθεσα η μπάντα του πλοίου θα είναι και αμέσως συμφώνησα.

Στο δεύτερο πάτωμα, η Κατάλυσης, φιλοξενεί εικοσιτέσσερες φίνες κουκέτες που σχεδόν κυκλώνουν τρία σαλόνια που χουν θέα το πέλαγο πίσω από ένα ακριβό κρύσταλλο. Ένα τζάμι που 'χει διαστάσεις τεράστιες. Να, αν δεν είμαι και λάθος απο τα πάνω μέχρι τα κάτω πρέπει να πιάνει.
Ο παλιός πλοιοκτήτης είχε ορκίσει 4000 άνδρες να μη σταματήσουν τον πόλεμο αν δεν βρουν τα καλύτερα ρουμπίνια να κοσμούν το κάδρο γύρο απ το κρύσταλλο και τα ξύλινα αετώματα γύρο στα νταβάνια. Και αυτοί κάναν επέλαση, καλπάσανε και στο δρόμο τους σκόρπισαν αίμα και πόνο, και δε δίσταξαν να πάρουν κεφάλια από νέους και γέρους και κόρες και να αφήσουν πίσω ορφανά και σακάτιδες. Σε μια πόλη λέει παλούκωσαν κάποιους και βάλανε φωτιά σε ένα σχολείο την ώρα που ήτω γεμάτο. Έτσι λέγανε οι μύθοι που ψιθυρίζονταν τα βράδια μες την κατάλυση.

Όταν οι άντρες γυρίσανε πίσω, αν ποτέ τους γυρίσανε οι ίδιοι άντρες που ήσαν σα φύγανε, φέρανε μαζί τους ένα θησαυρό, ενα θησαυρό που θα στολίζει ένα πλοίο στα μέσα του. Το θησαυρό που είχε προστάξει ο άρχοντας. Τον αδειάσανε λοιπόν μπρος στα πόδια του και αυτός γελώντας τους πλήρωσε.Κάπνιζε κι όλο τους πλήρωνε και αυτοί γονατιστοί δάκρυα χύνανε και προσκυνούσαν την χάρη του, και αυτός όλο γελούσε κι όλο τους πλήρωνε. Και με τα δυό τους τα χέρια τρώγανε λυσσαγμένα λεφτά και χρυσάφια, κυλιόνταν στο βούρκο αδύναμοι και οι μασέλες τους ολο ανοιγοκλείνανε να βρούνε κι άλλο λεφτό, κι άλλο χρυσάφι.

Και έπειτα ήρθε ο χρόνος. Να τους γιατρέψει και να τους θυμήση ότι ήτανε κάποτε άνθρωποι και οι μύθοι λένε πως τότε,με τον ερχομό του χρόνου, άλλοι κατάντησαν τρελοί ή μπεκρίδες οτι άλλοι στοιχειωμένοι από τον ίδιο το σατανά βάλανε τέλος στη ζωή τους μονάχοι με τρόπους φρικαλέους και άσχημους.

Εκεί, δίπλα απ τα ρουμπίνια που στολίζουνε τα αετώματα τον νταβανιόν και το κρύσταλλο, κοιμούνται τώρα ήσυχα ήσυχα κόρες παχουλές και γιοι πολυλογάδες και μαλακοί στην αφή τους. Σε όμορφα και ζεστά σκεπάσματα που μέσα στην τόση σιγουριά, τη ζεστασιά, τη τρυφερή αγκαλιά του μορφέα ξυπνούν άξαφνα και άφωνα από μια ονείρωξη άτυχη.

Είπαμε: Η Κατάλυσης σταθερή και η μπάντα της μόλις μπήκε στο πλοίο. Το αμπάρι το σκίζει μια ακτίνα φωτός και στο δεύτερο πάτωμα κοιμούνται ήσυχα καλοθρεμμένα και ζεστά τα παιδιά. Καιγώ, αχ εγώ ο ξένος να κοιτώ τα μαύρα τα σύννεφα πίσω απ το φως του φεγγαριού.

Και ξαφνικά, εκεί δίπλα από τη θάλασσα και την αγαλία της πλάσις, εκεί στο γλυκό δήλι στην τρομερή ησυχία, ακώ θορύβους κεριών, γλώσσες πύρινες χορεύουνε μαζί με τα φιτίλια και μια πομπή με πιστούς ξεκινά να σέρνει πίσω της σκόνη. Πρώτα γύρισα, νόμισα, μα η κίνηση δεν ήταν τίποτε άλλο από του μυαλού μια παραίσθηση, και στη θολούρα μου πάνω σήγουρα ξάσπρισα. Στραβοκατάπια και γύρισα. Μα τι βλέπω Ιησού μου πανάγιε; Κόσμος πολύς με ρούχα σοβαρά που τα φοράς μονό σε περιστάσεις σαν τούτη. Και μπρος τους ένας ιερέας με γένια και βρώμικα νύχια περπατά σιγά προς τα μένα. Λιβάνια σπέρνει τα γύρο του, λιβάνια και ευχές. Γυναίκες βγαίνουνε στα μπαλκόνια της πόλης του Πού με λαμπάδες και κεριά και το σκοτάδι φωτίζουν. Και η πόλη ολάκερη μοιάζει σα τη κερήθρα της μέλισσας.

Και ο κόσμος αργά, κρατά κεριά που φωτίζουνε, και όλοι μα όλοι τους ψιθυρίζουν ψαλμούς από ένα κόσμο αθέατο, και εκεί, εκεί μες τους γλυκούς τους ψαλμούς και τη σκόνη από τα πόδια που σέρνονται, και εκεί, εκεί μέσα απ το κερί που έτρεχε καυτό πάνω στα χέρια ενός παιδιού ανήμπορου να ανοίξει το μάτι του, εκεί τακούς μες της μυρωδιές απ τα φιτίλια και τα νυχτολούλουδα ακούονται θεέ μου καμπάνες. Καμπάνες πένθιμες. Νταν κάνει η μιά απ τη μια και νταν απαντάει η άλλη απ την άλλη και όλα τα στήθη φουσκώνουν αέρα. Τα κεριά τον χορό τους και ο ιερέας στέκει τώρα μπροστά μου.
Τότε και γω δεν είχα τι άλλο να κάνω και στα γόνατα έπεσα με τα σαγόνια να παίζουνε και τόνε κοίταξα ισα μέσα στα μάτια του. Μου έδωσε τότε ένα κομμάτι ψωμί και λίγο κρασί να πλύνω το στόμα μου.
Μου είπε: Απεταξάμην το σατανα;
Του είπα:Απεταξάμενος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου